Όσο χώρο μου παραχώρησες, κατέλαβα.
Στους περιορισμούς που έθεσες, υπάκουσα.
Μαζεύτηκα στο ελάχιστό μου κι απέκλεισα
κάθε δυνατότητα.
Εγκιβωτίστηκα στις δικές σου ανάγκες
κι ανασφάλειες.
Άμβλυνα τις αιχμηρές γωνίες μου,
να μη σ’ ενοχλούν.
Έκρυψα τα πολλά μου πρόσωπα
μην τυχόν και σε τρομάξουν.
Δεν κράτησα κανένα από τα ποικίλα ενδύματά μου.
Παρ’ όλα αυτά, βρήκες απειλητικά λαμπερή τη γύμνια μου.
Κι ενώ εγώ καθόμουν σκυφτή, εσύ με κατηγόρησες,
ίσως όχι άδικα,
πως ήμουν έτοιμη να πετάξω.