ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ
Ήλιος λαμπρός ανέτειλε στον κήπο μου
Μα δεν τον είδα.
Ο ήλιος λυπήθηκε πολύ.
Με μιαν αχτίδα χτύπησε την πόρτα μου.
Άκουσα τον χτύπο μα δεν άνοιξα.
Γοργά γοργά όσο περίμενε στο κατώφλι
Έκλεισα παντζούρια και τράβηξα κουρτίνες.
Ο ήλιος κατάλαβε σωστά.
Ανέβηκε πάλι ψηλά να βρει άλλο σπίτι,
Μα δεν βρήκε
Έσκυψε τότε και κοίταξε από την καμινάδα.
Την καμινάδα την έφραξα μεμιάς.
Ω, τι όμορφο σκοτάδι!
Δροσιά και ησυχία.
Αφουγκράστηκα μονάχος
Κι άκουσα τον ήλιο να αποχωρεί
Με την καρδιά ξανά ραγισμένη.
Άνοιξα μια πόρτα κι έβγαλα έναν χαρταετό.
Ήταν καμένος και σκισμένος.
Τον έραψα προσεκτικά.
Άνοιξα πόρτες και παράθυρα.
Βγήκα τρέχοντας τινάζοντάς τον στον αέρα.
Κι όταν τον πέταξα ψηλά
Στην άκρη τ’ ουρανού
Τον έχασα
Μέσ’ στο σκοτάδι που εγώ έφτιαξα γι’ αυτόν!