Λευκές νύχτες
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-325-1
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 3/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 227 γρ, 156 σελ.
Πολωνική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή

Στις Λευκές νύχτες φαινομενικά δεν συμβαίνει τίποτα. Ένα ορεινό χωριουδάκι της Πολωνίας, δυο τρεις άνθρωποι, ο άπιαστος χρόνος. Κι όμως, το φως λιγοστεύει, κάποιος πεθαίνει μια αποπνικτική μέρα στο κρεβάτι του, άλλος πέφτει από έναν γκρεμό, ένας τρίτος κυκλοφορεί αδιάκοπα μες στα σκοτάδια.

Στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της, η Ουρσούλα Χόνεκ προσφέρει στον αναγνώστη δεκατρείς ιστορίες στενά δεμένες, σαν μυθιστόρημα, όπου η καθημερινότητα μοιάζει ανησυχητική και δυσοίωνη. Οι αιτίες της απειλής είναι αδύνατον να ανιχνευθούν. Οι ήρωες γεννιούνται και πεθαίνουν, νοσταλγούν και ονειροπολούν, στενοχωριούνται και φοβούνται, ώσπου στο τέλος χάνουν τα λογικά τους. Κάτι γίνεται στ’ αλήθεια, κάτι άλλο στο μυαλό ενός τρελού, ενώ στις κοιλάδες πέφτει το σκοτάδι.

ΣΥΜΦΩΝΊΑ ΓΙΑ ΠΡΟΣΓΕΊΩΣΗ

Το σπίτι ήταν σαν κοτέτσι, τέτοιο που αν επιχειρούσε κανείς να στηριχτεί σ’ αυτό ή να το κλοτσήσει, όλες οι σανίδες θα ρίχνονταν καταγής, ενώ μέρος τους θα έσπαγε στα δυο, τα πάντα είχαν σαπίσει. Μα τόσα χρόνια, πώς και δεν είχαν πέσει πάνω στα κεφάλια τους δεν ξέρω. Ίσως να περπατούσαν στις μύτες των ποδιών και να μην ούρλιαζαν ούτε όταν πηδιόντουσαν ούτε όταν καβγάδιζαν, αλλιώς δεν το βλέπω. Μάλιστα αυτό το σπίτι ήταν χτισμένο στην άκρη του λόφου, ακριβώς δίπλα στη στροφή που οδηγούσε στο χωριό Ρουζνοβίτσε. Αν πήγαινες με φορτηγό, μπορούσες να κολλήσεις πέντε με τον Πιλότο από το παράθυρο. Πρέπει να τραντάζονταν όλα στο εσωτερικό του την ώρα που έτρωγαν ή κοιμόντουσαν, εγώ δεν θα το άντεχα για καιρό, αλλά τι να κάνουν οι άνθρωποι όταν δεν υπάρχει άλλη λύση; Είχαν εκεί ένα δωμάτιο, μια κουζίνα και αποχωρητήριο έξω, καθώς και δώδεκα στόματα να ταΐσουν, μάλλον εντεκάμισι, γιατί τον Πιλότο τον μετρούσαν για μισό. Αν πήγαινα εκεί; Όχι βέβαια, μονάχα μια ή δυο φορές όταν ήμουν παιδί, με τον Πιλότο και τον Άντζεϊ κανονίζαμε να βρεθούμε σ’ εμένα, συνήθως όμως στο χωράφι, στο ρυάκι ή στο δάσος του Γκρότζκο. Αλλά τότε, εκείνη τη μία φορά που είχα πάει, τη θυμάμαι μάλιστα, ήμουν γύρω στα πέντε. Η είσοδος παρέπεμπε περισσότερο σε καλύβα παρά σε σπίτι, κάτω από τα πόδια σου είχες χώμα, άχυρα ξεπρόβαλλαν από τους τοίχους και κρέμονταν από την οροφή, φθαρμένοι σοβάδες, κι όμως δεν είναι αυτά που θυμάμαι περισσότερο. Την πρώτη φορά φοβήθηκα το σκοτάδι, γιατί έμπαινες με το φως της ημέρας κι εκεί ήταν νύχτα, κανένα παράθυρο στο χολ, μόνο η κουζίνα απέναντι, ωστόσο μου φαινόταν τότε μακρινή και φωτεινή, θαρρείς και δεν ανήκε σ’ αυτό το οίκημα. Δεν ξέρω αν όλα αυτά ισχύουν, όμως ενδεχομένως να έχουν βάση. Τώρα θεωρώ πως όταν θα έρθει και η δικιά μου η ώρα –και είμαι ο μόνος που έχει απομείνει από τους τρεις μας– τότε θα προχωρήσω μέχρι το τέρμα του χολ.

Ίσως αν ο Πιλότος δεν είχε κάνει όρεξη εκείνο τον νερόλακκο κι εκείνη την κοπέλα, θα ήταν ζωντανός. Ο ήλιος εδώ δύει σιγά σιγά, δεν είναι πως εν δυο κι αμέσως σκοτεινιάζει και δεν βλέπεις μπροστά σου. Αρχικά, το σούρουπο, εξαφανίζονται τα δέντρα, έπειτα οι στέγες των σπιτιών, τα παράθυρα, οι άνθρωποι και στο τέλος, οι αγελάδες στα χωράφια. Ο κόσμος γίνεται κόκκινος, σαν να φλέγεται. Ο άνθρωπος το φοβάται κάπως αυτό, όμως κατά τόπους διαφαίνεται το μπλε μαρέν που παλεύει να κατασβήσει τα πάντα κι αμέσως το καρδιοχτύπι κοπάζει. Κάθε καλοκαίρι στα μέρη μας αρχίζει και τελειώνει έτσι, εκτός κι αν βρέχει, τότε όλα γκριζάρουν, λες και οι άνθρωποι έβγαλαν τη στάχτη από τα δοχεία όπου φυλάσσουν τα κάρβουνα, και τη σκόρπισαν στον αέρα, έτσι το φανταζόμουν από παιδί. Όταν βρέχει, κάποιες φορές στα νοτισμένα λιβάδια βγαίνουν πελαργοί και με τα κανιά τους βουλιάζουν τόσο που ακινητοποιούνται, αστείο θέαμα αν τους λοξοκοιτάξεις. Οι αλεπούδες, που τις συμπαθώ περισσότερο, ξεπροβάλλουν πρόθυμα τα κεφάλια τους από τις φωλιές και ήδη από το πρωί αρχίζουν να κυκλοφορούν, όπως τα ταξί στις μεγαλουπόλεις, πέρα-δώθε. Αυτό το κόκκινο χρώμα ζαλίζει  περισσότερο τους ανθρώπους παρά τα ζώα, κοιτάζουν τον ουρανό πιο συχνά από ό,τι συνήθως, ύστερα σφίγγουν τις γροθιές τους και βηματίζουν προς τα μπρος, κι αν τους σταματούσες και τους ρωτούσες: «Για πού το βάλατε;», δεν θα ήταν σε θέση να απαντήσουν το παραμικρό. Θα έχασκαν σάμπως είχαν ξυπνήσει από βαθύ ύπνο, με το στόμα ανοιχτό. Μέρες σαν κι αυτές, ο Πιλότος πήγαινε με το φτυάρι του στον λόφο και κοιτούσε από ποια μεριά μπορεί ν’ αρχίσει να σκάβει. Στεκόταν ακίνητος στο κόκκινο τοπίο και ύψωνε το κεφάλι του.

Άρχισε από τον βορρά.

«Θα καταπιαστώ με τον νερόλακκο από το χωράφι των Φίρλιτ» είπε ξαφνικά έξω από το μαγαζί και χαχάνισε με το γέλιο του που θύμιζε κοασμό βατράχου.

Τίποτε άλλο, μόνο αυτή η μία πρόταση. Κανονικά το κεφάλι του ήταν μονίμως γερμένο προς τα πίσω, όμως όταν γελούσε, έμοιαζε έτοιμος να τουμπάρει, διότι κατέβαινε ακόμη πιο πολύ, σχεδόν ως τον πισινό του.

«Έι, Πιλότε, εσένα θα μπορούσαν να σε πάρουν σε κανένα τσίρκο, θα ’κανες εκεί σάλτα προς τα πίσω» του έλεγε ο κόσμος, ενώ ο ίδιος μάλλον δεν καταλάβαινε καν ότι όλο αυτό ήταν για γέλια.

Τον είχα δει μάλιστα κάποτε να εξασκείται σ’ αυτά τα σάλτα, που να πάρει! Όχι όταν ήταν παιδί, αλλά ολόκληρος μαντράχαλος πλέον. Πήγα σπίτι του να τον βρω, γιατί είχα δυο μέρες να τον δω έξω από το μαγαζί, ενώ κανονικά τον συναντούσα κάθε μα κάθε μέρα, όμως η πόρτα του σπιτιού ήταν κλειστή. Τότε έριξα μια ματιά μες στην καλύβα, και να τος, να στέκεται, να σκύβει και να κάνει πηδηματάκια επιτόπου. Έμεινα εμβρόντητος. Άραγε από μικρός να κρυβόταν κάπου και να ονειροπολούσε να τον μαζέψει κανένας θίασος; Εντάξει, όλοι έχουμε όνειρα, εννοείται, όμως αυτός ήταν αρκετά αδύνατος και μικροκαμωμένος, όχι ιδιαίτερα επιδέξιος. Ήξερε να σκάβει πηγάδια, δεν λέω, του ’διναν μεροκάματο όταν δεν έπινε, τότε δεν είχαν ενδοιασμούς, αλλά για τέτοια ακροβατικά δεν έκανε. Όταν αναπηδούσε, με το ζόρι ξεκολλούσε τα πόδια του από το έδαφος και εφτά στις δέκα φορές έτρωγε τα μούτρα του. Στεκόμουν έτσι και δεν μπορούσα να σταματήσω να τον κοιτάζω, τη μια μου ερχόταν να γελάσω, την άλλη να κλάψω, δεν έβγαζε νόημα όλο αυτό.

Η πρώτη φορά που μου ’τυχε μαζί του τη μια να νιώθω χαρά, την άλλη λύπη ήταν όταν ήμασταν μικροί, ίσως στη δευτέρα δημοτικού. Πού και πού πήγαινε σχολείο, συνήθως όμως όχι, για βδομάδες δεν εμφανιζόταν, έπειτα ερχόταν για λίγο, ποτέ δεν έμαθε να διαβάζει καλά, να γράφει κάνα δυο κολλυβογράμματα μονάχα. Λοιπόν, οι δασκάλες ρωτούσαν τον Άντζεϊ κι εμένα, μιας που ήμασταν οι πιο κολλητοί του: «Μα πού είναι ο Μάριους;», αφού αυτό ήταν το μικρό όνομα του Πιλότου. Αλλά εμείς κατεβάζαμε απλώς τα κεφάλια και ανασηκώναμε τους ώμους για να δείξουμε ότι δεν ξέραμε – πράγμα που ήταν η αλήθεια. Νομίζαμε πως οι γέροι του τον βάζουν να δουλέψει, πως δεν τον αφήνουν να πάει σχολείο, ωστόσο αποδείχτηκε πως όχι. Κινούσε κάθε μέρα, έριχνε τη σάκα στην πλάτη του, μάλιστα απαντούσε στη μάνα του: «Ο Θεός μαζί σου», όπως μας είχαν μάθει όλους εδώ να λέμε, αλλά δεν κατέφτανε στο θρανίο του. Και τι έκανε; Για έξι, εφτά ώρες έμενε ξαπλωμένος στα χαντάκια ή κρυβόταν στους θάμνους κι όταν πλέον μαθεύτηκε, ήρθε στο σχολείο τόπι στο ξύλο. Μάλλον οι γέροι του δεν τον είχαν τουλουμιάσει ποτέ ξανά τόσο πολύ, παρότι τον έδερναν συχνά. Κι όταν κάποιος ρώτησε για ποιον λόγο έλειπε τόσο καιρό και πώς απέκτησε αυτές τις μελανιές και τα κακάδια, έλεγε πως είχε πάει στον πόλεμο, φύλαγε τα χαρακώματα, περιφερόταν στα δάση σαν αντάρτης. Ε, και τότε ακριβώς ήταν η πρώτη φορά που μ’ έπιασε ταυτόχρονα γέλιο και κλάμα. Ωστόσο, σήμερα πλέον αναρωτιέμαι μήπως αυτά που έλεγε τότε δεν τα είχε σκαρφιστεί, αλλά τον είχε όντως δει αυτόν τον πόλεμο, υπερασπιζόταν την πατρίδα, πυροβολούσε τον εχθρό για να προστατέψει τη μάνα και τον πατέρα του; Ποιος διάολος ξέρει.