Η Μελωδία των Αγαλμάτων
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-332-9
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 3/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 344 γρ, 250 σελ.
Περιγραφή

Τι είναι ο «Ερμής ανάδρομος»; Το όνομα ενός μπαρ; Μια αστρολογική συγκυρία που επιφέρει ασυνεννοησίες και μπερδέματα; Ή μήπως η ονομασία ενός λουλουδιού; Κι αν σβηστεί η μία από τις δύο λέξεις και μείνει ακρωτηριασμένος ο θεός, τι μέλλει γενέσθαι με τους θαμώνες του;

Η ροκ και η τζαζ μουσική, ο Κισλόφσκι, η ψυχανάλυση, η φοιτητική ζωή του ’80 και τα οράματα της Αριστεράς πριν ξεφτίσουν συνθέτουν ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα με επίκεντρο ένα μπαρ της Θεσσαλονίκης, που πια δεν υπάρχει.

Ένα βιβλίο για ανθρώπους που επιστρέφουν στο παρελθόν, όχι από νοσταλγία, αλλά για να το ξορκίσουν.

Οι ζωές τους κινούνται στο ημίφως, μέσα σε καπνούς και αλκοόλ. Αγάλματα με κομμένα μέλη στέκουν ακίνητα και περιμένουν τη στιγμή που κάτι −ή κάποιος− θα τα κινήσει και πάλι.

1

Σας έχει ποτέ απασχολήσει η παράλληλη πορεία πραγμάτων και καταστάσεων στη ζωή μας; Έχετε ποτέ αναρωτηθεί, τη στιγμή που διασκεδάζετε αμέριμνοι με φίλους στο σπίτι σας, τι τραγωδία μπορεί να ξετυλίγεται στο διπλανό διαμέρισμα; Ή, όταν είστε λυπημένοι, μόνοι και ανέραστοι, πόσες χιλιάδες στόματα χασκογελούν αμέριμνα και προκλητικά ή πόσες χιλιάδες γεννητικά όργανα έρχονται, με ασύλληπτη λαγνεία, σε συνουσία; Ζούμε στην εποχή των κατακερματισμένων προσώπων, των κατακερματισμένων γεγονότων, της κατακερματισμένης αλήθειας. Οι ζωές των ανθρώπων είναι παράλληλες ευθείες που τείνουν να συναντηθούν στο άπειρο, όπως λέει και το μαθηματικό αξίωμα. Αν όμως εξοκέλλουν αυτές οι γραμμές και συναντηθούν δύο ψυχές, η έκρηξη ίσως είναι αναπόφευκτη. Σπινθήρα και ηλεκτρική εκκένωση θα προκαλέσει αυτό το αναπάντεχο, το ολωσδιόλου απρόσμενο αντάμωμά τους. Το τρελό ηλεκτρόνιο, που γυρνούσε σε ομόκεντρο κύκλο γύρω από τον πυρήνα κάποιας ύπαρξης, τώρα διοχετεύεται σε άλλη ψυχή που την ηλεκτρίζει. Στις παράλληλες ζωές και στις παράλληλες ψυχές ελλοχεύει η έκπληξη της συνάντησης. Αν μπω ξαφνικά στο πεδίο σου, δεν είναι επειδή εγώ το θέλησα, ίσως, ό,τι έγινε, έγινε επειδή εσύ το ονειρεύτηκες. Κι αν μπεις ξαφνικά στο δικό μου πεδίο, στον κατάδικό μου χώρο, ταράζοντας τον μονήρη βίο μου, ίσως να συμβαίνει επειδή ήταν αποκλειστικά δική μου επιλογή.

Ο διάσημος Πολωνός σκηνοθέτης Κριστόφ Κισλόφσκι υπήρξε μετρ του παράλληλου πλάνου στην κινηματογραφική τέχνη του. Στο αριστουργηματικό του φιλμ Η κόκκινη ταινία βλέπουμε, εκ παραλλήλου, τις καθημερινές κινήσεις δύο άγνωστων μεταξύ τους προσώπων, της Βαλεντίν και κάποιου φοιτητή, του Ογκίστ, που μένει σχεδόν δίπλα της. Όταν η Βαλεντίν, που υποδύεται μια εκθαμβωτικής απλότητας και ομορφιάς Ιρέν Ζακόμπ –ίσως ο πιο δυνατός και μεστός ρόλος της καριέρας της–, διαπιστώνει πως έχει κολλήσει ο συναγερμός του αυτοκινήτου της, εκείνος περιμένει τη φίλη του στο δικό του σπίτι. Σε άλλο πλάνο, δευτερόλεπτα αφότου εκείνη φεύγει με το αυτοκίνητό της, αυτός περνάει από κοντινή διασταύρωση και του πέφτουν τα βιβλία των μαθημάτων που χρωστά στις εξετάσεις. Σε ολόκληρη την ταινία ο Ογκίστ αγνοεί την ύπαρξη της Βαλεντίν, όπως εκείνη αγνοεί τη δική του. Κι ας βρέθηκαν ένα βράδυ στο ίδιο μπόουλινγκ με διαφορετικές παρέες ή, κάποια άλλη φορά, άκουσαν μέσα από ακουστικά δισκοπωλείου διαφορετικούς δίσκους μουσικής, με γυρισμένες μεταξύ τους πλάτες. Πού να γνωρίζουν και οι δυο τους τι τους επιφυλάσσει η μοίρα στο τέλος της ταινίας, με το που θα βρεθούν οι μοναδικοί Ελβετοί υπήκοοι που επέζησαν από τρομερό ναυάγιο στα νερά της Μάγχης; Κι όμως η μοίρα τους ήταν εξαρχής προκαθορισμένη. Ζούσαν άγνωστοι και ξένοι, μα καταβάθος νόμιζες πως διαισθανόταν ο ένας την παρουσία του άλλου. Ό,τι συμβαίνει με τον Ισίδωρο και με τον Αλέξη, οι περιπτώσεις των οποίων προηγούνται χρονολογικά του μυθιστορηματικού στόρι που θα επακολουθήσει. Η δική μου ερασιτεχνική κάμερα τους συνέλαβε, δύο χρόνια πριν από τα γεγονότα, να ζουν διαφορετικές μεταξύ τους καταστάσεις. Οι ζωές τους φαντάζουν ασύμβατες. Μέχρις αποδείξεως του εναντίου, φυσικά. Γιατί οι κύκλοι της ζωής αναιρούν κάποιες φορές και το αξίωμα των παράλληλων και εκείνο των ασύμβατων ευθειών. Και την ίδια τη γεωμετρία ακόμη.


2

Βίους παράλληλους ζούμε
στην ταπεινή γεωμετρία των καιρών μας…

Η δόνηση από το κινητό του διαπέρασε την τσέπη του παντελονιού σαν ηλεκτρική εκκένωση. Κρατούσε το κουτί με τα μελομακάρονα και ήταν έτοιμος να περάσει τη διάβαση στην οδό Δελφών. Οι δονήσεις τον ανάγκασαν προσωρινά να σταθεί ακίνητος, σαν άγαλμα. Ο Αλέξης ένιωσε τη στιγμή να τον βαραίνει, σαν να ήταν παγιδευμένος ανάμεσα σε υποχρεώσεις και περιστάσεις. Υπήρχε όμως και η παρακάτω πρακτική δυσκολία: έπρεπε πρώτα να αλλάξει χέρι στα γλυκά και, με ελευθερωμένο το δεξί, να ψαχουλέψει για το κινητό του που βούιζε στα οπίσθιά του, όπως σειρήνα της Πυροσβεστικής που ξαμολιέται για να σβήσει φωτιές. Ρε, τι φωτιές του άναβε ένα κινητό παραμονές Χριστουγέννων! Φωτιά στα μπατζάκια του, που λένε…

Όλα διευθετήθηκαν με μισό βηματάκι πίσω. Κοκάλωσε στον έρημο πεζόδρομο, μίλησε για λίγο με μια παλιά του φίλη που βρήκε το νούμερό του από έναν κοινό τους γνωστό και πήρε να του ευχηθεί «Καλά Χριστούγεννα» και τέτοια τυπικά – κάτι άλλο προφανώς είχε κατά νου, κάτι όμως που δεν ήταν σε θέση να το ψάξει τη συγκεκριμένη στιγμή, καθότι ψοφόκρυο στη συμπρωτεύουσα και περασμένη η ώρα. Η θεία του εντωμεταξύ, τρία τετράγωνα παραπάνω, να περιμένει να τον δει, για να του αναθέσει μια τραπεζική της διευθέτηση για την προσεχή βδομάδα, αφού ήταν κατάκοιτη κι ο Αλέξης το μοναδικό της αποκούμπι για τρεχάματα και εξωτερικές υποθέσεις.

Αυτή η μοιραία καθυστέρηση ενός δύο λεπτών της ώρας στάθηκε υπεραρκετή για να τον πλευρίσει ο άλλος στα φανάρια. Ασυναίσθητα γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του και τον έκοψε. Αδύνατος, αξύριστος, με γλιτσερά μακριά μαλλιά, πιασμένα πίσω κότσο μ’ ένα κίτρινο λαστιχάκι. Φορούσε πορτοκαλί μπουφάν από υαλοβάμβακα, που έβρισκες παλιά μισοτιμής σε κάτι μαγαζάκια στο Βαρδάρι1. Κούτσαινε χαρακτηριστικά στο δεξί πόδι, όμως αυτό του το κούτσαμα δεν του στερούσε την ικανότητα να κινείται σβέλτα.

Στην αρχή δεν του έδωσε σημασία. Ωσότου ο άλλος άνοιξε το στόμα του.

«Μια βοήθεια... Ένα ευρώ, πενήντα λεπτά, ό,τι σου βρίσκεται...»

Εξακολουθούσε να μην του δίνει σημασία. Δηλαδή υποκρίθηκε τον αδιάφορο, για να ξεφύγει. Φαίνεται όμως πως ο άλλος διαισθάνθηκε την ταραχή του και επέμεινε.

«Αδελφούλη, πενήντα λεπτά… Θέλω να πάρω ένα σάντουιτς… Τι ψυχή έχουν πενήντα λεπτά…»

Έκανε μια γκριμάτσα αποστροφής, που μεταφραζόταν περίπου σαν: «Άντε παράτα μας κι εσύ νυχτιάτικα, που θα μας πεις για την αξία των χρημάτων... Έβγαλες ποτέ σου λεφτά για να ξέρεις;»

Προσπέρασε. Βιάστηκε να βρεθεί απέναντι, μα τον πρόλαβε το κόκκινο.