«Είσαι πλέον ένας Γιώργος, στα σαράντα σου άνεργος, σκουριασμένος με τις λαμαρίνες του παλιού τρακτέρ. Θέλεις σώνει-και-καλά να χτιστείς αλλού, μα δεν ξέρεις πώς εγκαταλείπουν το παρόν, ούτε προς τα πού πηγαίνουν οι φυγάδες. Σκέφτεσαι για μια στιγμή το χωριό του παππού και της γιαγιάς κι ανεβαίνεις μέχρι το έρημο χωριό, τον Μηλιώνα. Τα πρώτα σπίτια είναι πια ερείπια, μακρινές ιδέες τοίχων που χορτάριασαν. Πίσω από τα πλιθιά αντηχούν φωνές. Παίρνεις τότε ένα διάλειμμα σιωπής, μια βαθιά ανάσα για να καταλάβεις: τι δεν λένε τα φαντάσματα.»