Αίθουσα φαντασίας
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-329-9
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 3/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 156 σελ.
Περιγραφή

Σ’ έναν κόσμο αεικίνητο, γιομάτο αντιθέσεις κι υπαρξιακές αναζητήσεις, ενίοτε παράλογο, όπου το παρόν δεν υφίσταται, η ενέργειά μας αναλώνεται στο παρελθόν και το μέλλον. Ζούμε το σήμερα και αναπολούμε το χθες, ή προστρέχουμε στην ενατένιση για να συνθέσουμε τα επερχόμενα.

Στον κλειστό κύκλο των νευρώνων, εκεί που η σκέψη σαν πύρινος στρόβιλος φιλτράρει την εμπειρία, η φαντασία αναπλάθει τον χρόνο, αποκαλύπτει το μυστικό της ύπαρξής μας. Ωστόσο, έχουμε αναρωτηθεί πόσες πραγματικότητες βλέπουμε; Επινοούμε ιστορίες για να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας, ή αναζητούμε τη διαφυγή σε άλλους κόσμους; Η συνείδηση ως πιστός σύντροφος μας επιτρέπει να ονειροπολούμε, αλλά ταυτόχρονα μας εμποδίζει να χαθούμε, εκτός κι αν ηθελημένα διαλέξουμε τον δρόμο της σιωπής.

Σε μια αίθουσα προβολής ο θεατής του εγγύς μέλλοντος αγανακτεί με την εικονική πραγματικότητα, το ψυχολογικό πείραμα της ευτυχίας αποτυγχάνει μπρος στα ανθρώπινα πάθη, ένας ναρκομανής μεταμορφώνεται σε δελφίνι, ο βασιλιάς των ζώων άνθρωπος στο απώτερο μέλλον συλλογίζεται τον σκοπό του πλάι στον εξελιγμένο Αρχοντάνθρωπο.

Δεκαπέντε ετερόκλητες ιστορίες ενός παζλ εικόνων που αναζητά τη θέση του στον χώρο και τον χρόνο, αντανακλάσεις ειδώλων που συνθέτουν δύο κόσμους διαφορετικούς. Τον πραγματικό και τον φανταστικό.

Ο ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΛΕΝΙΟΥΜ

Τὶ Ἕλληνας! Ἅμα τόνε βλέπανε, τότες ἴσα ἴσα δὲν θὰ τόνε πίστευε κανένας. Θὰ μαθευτεῖ ὅμως ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, πὼς ἀναστήθηκε. Καὶ τότες ὅλοι θὰ πιστέψουνε. Δὲ ξέρεις καημένε τὴ λαϊκὴ ψυχή. Οἱ λαοὶ πιστεύουνε πιότερο τ’ αὐτιὰ τους παρὰ τα μάτια τους. Πιότερο τὸ μύθο παρὰ τὰ γεγονότα. Πιότερο τὴ φαντασιὰ τους παρὰ τὴν κρίση τους. Μήπως ἐσένα, τὸ Δία, τὴν Ἀφροδίτη – κι ὅλους τοὺς ἄλλους – σᾶς ἔχουνε ἰδωμένα οἱ Ἕλληνες καὶ σᾶς πιστεύουνε; Ἐμεῖς θὰ σᾶς δείξουμε στοὺς λαούς. Ἔτσι μονάχα θὰ πάψουνε νὰ σᾶς πιστεύουνε.

Κώστας Βάρναλης, Τὸ φῶς ποὺ καίει,

«Ο Μονόλογος τοῦ Μώμου» απόσπασμα

Hταν ένα ομιχλώδες πρωινό· τα γκριζωπά σύννεφα με ζέση επιδίδονταν σ’ ένα λικνιστικό σφιχταγκάλιασμα, προετοίμαζαν τις πεπλατυσμένες και σφαιρικές σταγόνες τους για ν’ αποδιώξουν τις παχύρευστες τολύπες καταχνιάς που είχαν κατακλύσει όλο το χωριό, να επαληθεύσουν την πρόβλεψη των μετεωρολόγων για καταρρακτώδη βροχή. Το ολονύχτιο ψιλόβροχο είχε ήδη νοτίσει τα καλντερίμια, τα δέντρα και τις κεραμοσκεπές των σπιτιών, που κάπνιζαν βαρύθυμα από τις καμινάδες τους.

Αρχές Δεκέμβρη. Στο ορεινό αρκαδικό χωριό, όπου οι κάτοικοί του ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την οικοδομία, οι λιγοστοί άντρες κάθονταν δίπλα στην ξυλόσομπα του καφενείου πίνοντας καφέ και τσίπουρα. Έλεγαν ιστορίες για τις παλιές καλές μέρες, όταν η περιοχή τους έσφυζε από ζωή, έκαναν προβλέψεις για την ποσότητα του χιονιού που θα έπεφτε, το κρύο και το πόσο βαρύ χειμώνα θα είχαν, χωράτευαν μεταξύ τους και μερικές φορές πείραζαν τον σαραντάχρονο πια Γιάννη, που ήταν αφελής και πίστευε κάθε τους κουβέντα.

«Γιάννη» του έλεγε ο ένας «το ξέρεις ότι έρχεται η καταστροφή του κόσμου;»· «Γιάννη» του πέταγε ο άλλος «κάνε την προσευχή σου, δεν θα γλιτώσει κανείς» – και τα χάχανα ξεσήκωναν τη βαριεστημένη τους διάθεση. Όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, τον προσφωνούσαν με το όνομά του· μόνο στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τον αποκαλούσαν «ο Τρελόγιαννος».

Ο Γιάννης, που από γεννησιμιού του ξέμεινε στο χωριό, παρέμενε απολίθωμα της θύμησης των συνομήλικών του, όταν, αμούστακα παιδιά ακόμη, έφυγαν για ν’ αναζητήσουν την τύχη τους στην Αθήνα. Στο πέρασμα των χρόνων, η ελαφριάς μορφής νοητική στέρηση απόγινε ένα με το περιβάλλον όπου μεγάλωσε. «Αν είχε άλλους γονείς, δεν θα ’ταν έτσι. Το παιδί δεν έχει τίποτα, καταλαβαίνει πολλά κι ας μην του φαίνεται, αλλά πού να προκόψει εδώ πάνω» ακούγονταν σκόρπια λόγια από τα στόματα των χωριανών, εκφράζοντας έτσι μια ανήμπορη επιείκεια που χάιδευε το άλλοθι της εθελοτυφλίας τους.

Ο πατέρας του ήταν μέθυσος, ένας ανεπρόκοπος τεμπέλης· ξεκοκάλιζε την περιουσία που είχε κληρονομήσει, πουλώντας σιγά σιγά κάθε κομμάτι γης. Η μητέρα του, μια φοβισμένη, αμόρφωτη γυναίκα, δεν πολυμιλούσε, υπάκουε ό,τι κι αν έλεγε η «κολόνα» του σπιτιού, κατάπινε όλες του τις αποφάσεις κι ας μη συμφωνούσε. Οι προτροπές της να συμβουλευτούν ειδικό γιατρό, το παιδί να πάει σχολείο, να επισκέπτονται αραιά και πού την Πάτρα ή την Καλαμάτα με το λεωφορείο, έτσι για ν’ αλλάζει το παιδί παραστάσεις, να αισθάνονται και οι ίδιοι ότι κάνουν διακοπές, έπεφταν στο κενό.

«Το παιδί είναι χαζό, δεν το βλέπεις; Νομίζεις θα του βάλουν μυαλό; Τα λεφτά μας θα φάνε και δεν θα κάνουν τίποτα. Ζούμε μέσα στη φύση, τι παραπάνω έχουν οι μεγαλουπόλεις;» την απόπαιρνε, κι εκείνη υπέμενε, συνομολογούσε πως έτσι έχουν τα πράγματα.

Οι υποψίες του χωριού ότι ο Γιάννης δεν ήταν δικό του παιδί και γι’ αυτό δεν ενδιαφερόταν, καλά βασίλευαν. Τα πρώτα χρόνια, σαν το παιδί ήταν μικρό, μουρμούριζαν διάφορα, ύστερα το ξέχασαν (το αποδέχτηκαν;) και, αν εντέλει ήταν αλήθεια ή ψέματα, ποσώς τους ένοιαζε. Δεν ήταν δικό τους το πρόβλημα.

Μόνο η κυρα-Κατίνα, η μάνα του Γιάννη, γνώριζε την αλήθεια. Φερτή από διπλανό χωριό, ορφανή και πάμφτωχη, για να κρύψει το μυστικό της, παντρεύτηκε έγκυος τον πρωτομάστορα που τη γλυκοκοίταζε – πελεκούσε πέτρες λίγο πιο πέρα από το σπιτικό της. Στη θωριά της λυγερόκορμης νέας με την περήφανη περπατησιά, το σφυρί γλιστρούσε απ’ το χέρι του. Πού να βάλει ο νους του ότι το βασιλόπουλο που την είχε γκαστρώσει έφυγε άρον άρον, λάκισε προ των ευθυνών του, όπως λένε κάτω απ’ τ’ αυλάκι. Ο κατ’ αυλακιώτης είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης, για να μη μαθευτεί το κατόρθωμά του.

«Το παιδί είναι πρόωρο» είπε η γριά μαμή που ξεγέννησε τον Γιάννη, εφτά μήνες μετά τον γάμο της κυρα-Κατίνας, κι ας είχε καταλάβει πως το τροφαντό μωρό που κρατούσε στα χέρια της δεν ήταν εφταμηνίτικο. «Να σας ζήσει ο χριστουγεννιάτικος μποναμάς!» ευχήθηκε, μιας και ο Γιάννης γεννήθηκε ανήμερα των Χριστουγέννων. Σε καμιά εικοσαριά μέρες θα έκλεινε τα σαράντα και, έως τότε, ποτέ δεν τον είχε απασχολήσει ο χρόνος.

Οι πρώτες ειδήσεις στην τηλεόραση για την αυγή της νέας χιλιετίας είχαν αρχίσει να βομβαρδίζουν τους τηλεθεατές, με αναφορές που συνοδεύονταν από υπερβολές, δυσοίωνες προβλέψεις για τον ιό που θα επηρέαζε τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. 

Το μιλένιουμ, όπως το έλεγαν, δεν ήταν μια καινούρια ιδέα. Οι ρίζες του χάνονταν στις βιβλικές προφητείες για την καταστροφή της παρούσας τάξης και την κάθοδο του Χριστού από τον ουρανό· η κυβέρνηση για χίλια χρόνια, η ήττα του Σατανά και όλες οι ψυχές αντιμέτωπες με τον Θεό στη Δευτέρα Παρουσία.

Η μια εκπομπή διαδεχόταν την άλλη. «Ο πανικός της χιλιετίας» στη χριστιανική Ευρώπη του 1000 μ.Χ. δίχαζε τους ιστορικούς στο γυαλί της τηλεόρασης.

Ο Γιάννης είχε λουφάξει σ’ ένα ακριανό τραπέζι, με το πηγούνι να ξεκουράζεται στην ανάστροφη των χεριών του πάνω στο τραπέζι, άκουγε σαν απολιθωμένος κάθε λέξη που έβγαινε από τα χείλη εκείνων των ανθρώπων για τις θρησκευτικές δοξασίες.

Η θρησκόληπτη κυρα-Κατίνα τού είχε εμφυσήσει την πίστη στον Θεό. Από μικρό τον τραβολογούσε στην εκκλησιά. Κολλημένος στη φούστα της, αντέγραφε κάθε της κίνηση. Το αντίδωρο και η μεταλαβιά, το λιβάνι που γαργαλούσε τα ρουθούνια, είχαν γίνει κομμάτια του εαυτού του, της καθημερινότητάς του, και, σαν άκουγε από κανέναν να του ξεφεύγει καμιά βρισιά, τον προειδοποιούσε πως ο Θεός θα τον τιμωρήσει και να μην την επαναλάβει, ποτέ ξανά.

«Γιάννη, μεσημέριασε, δεν θα πας σπίτι, δεν πεινάς; Από το πρωί βλέπεις τηλεόραση, δεν κουράστηκες;» τον παρακίνησε ο κυρ-Κώστας ο καφετζής, που παραξενεύτηκε με τη στάση του. Ο Γιάννης καθόταν για ώρες αμίλητος στη θέση του. Άλλοτε δεν έβαζε γλώσσα μέσα του, συμμετείχε στην κουβέντα της ομήγυρης, είχε άποψη για καθετί, ασχέτως αν δεν του έδιναν σημασία σε ό,τι κι αν έλεγε.

Στην απογευματινή εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης, κάποιοι λοιδορούσαν το γελοίο μιλένιουμ κι ένας καθηγητής πανεπιστημίου αναφέρθηκε σε «μιλενιοπίθηκους» και «χάσκακες».