Οι «Στίλβοντες κρύσταλλοι ανέκκλητοι» του Μάξιμου Τρεκλίδη συγκροτούν έναν ιδιότυπο ποιητικό κόσμο όπου η γλώσσα λειτουργεί ως ορυκτολογική τομή και ως μεταφυσικό πέρασμα. Τα ποιήματα-ονόματα κρυστάλλων και ορυκτών αφενός επιδιώκουν τη συμβολική αντιστοιχία με τον φυσικό κόσμο αφετέρου ανασκάπτουν την εμπειρία του ανθρώπου μέσα από την πυκνή, γεωλογική εικονογραφία μιας υπαρξιακής ταλάντωσης. Η φύση, το σώμα, η Ιστορία ενυπάρχουν σε ένα τοπίο όπου το «κενό που παράγει ένα σχήμα» αποτελεί το ίδιο το εργαστήρι της ποίησης.
Η ποίηση του Τρεκλίδη λειτουργεί όπως οι κρύσταλλοι: διαθλά το φως της εμπειρίας και το επιστρέφει πολλαπλάσιο, αινιγματικό.