Ὁ τρόπος πού ὁ Γέροντας Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής χειρίζεται τή γλῶσσα καί ἐκφέρει τόν λόγο ἀποκλείουν κάθε γλυκερό συναισθηματισμό, ἄν καί ὁ ἴδιος κατέχεται ἀπό ἄκρα εὐαισθησία, καί ὄντας βαθιά συναισθηματικός πονᾶ γιά τούς πάσχοντες ὅπως πονᾶ καί γιά τούς συγγενεῖς του. Ὁ λόγος του δέν ὑπακούει σέ κανόνες, ἀλλά ἀναδύεται φυσικά καί ἀβίαστα, ἄν καί εἶχε πάει μέχρι τήν τρίτη Δημοτικοῦ. Ὁ Ἰωσήφ σχοινοβατεῖ ἀνάμεσα σέ λέξεις ἀνεύρετες, σέ μιά γλῶσσα πού προκειμένου νά πεῖ αὐτό πού θέλει δέν γνωρίζει φραγμούς. Μόνο μέ ποιητικό τρόπο μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ τό μέγεθος τῆς θείας ἐπιφανείας, καί αὐτή τήν ποιητική ἐκφορά ὁ Γέροντας Ἰωσήφ τή ζεῖ καί μέσω αὐτῆς ἐκφράζεται. Ἡ ἔκφρασή του δέν εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς λογικῆς διεργασίας ἤ κάποιων κανόνων πού ἔχει ἐνστερνιστεῖ. Δέν εἶναι οὔτε δημοτική οὔτε καθαρεύουσα. Δέν τίθεται θέμα γραμματικῆς καί συντακτικοῦ. Πηγάζει σάν ἀπό μιά πηγή, καί παρά τή ρευστότητά της ἡ μιά λέξη βαστάζει καί συνέχει τήν ἄλλη, δίνοντας ἔκφραση σέ ἕνα μυστήριο ἄρρητο.