Εν κατακλείδι είμαι όλες οι άσαρκες ενσαρκωμένες μου. Το γεγονός αυτό με πλουτίζει εσωτερικά, αλλά και συχνά με δυσκολεύει καθώς μου προκαλεί την αίσθηση ότι διαρκώς διαστέλλομαι και πως πια δεν με χωρούν τα ρούχα μου. Ούτε το σπίτι μου. Ούτε καν το όνομά μου. Δεν λείπουν, βέβαια, και οι κρίσιμες στιγμές που υποτονθορύζω εν αμηχανία και απογνώσει:
Μέσα μου ζουν πολύτιμες ψυχές,
διαβάζουν, σκέφτονται και γράφουν,
θρηνούν όταν αναπολούν το χθες,
ποθούν στο αύριο μαζί μου να περάσουν.
Μα η πύλη του αύριο στενή
κι εγώ υπέρβαρος και γερασμένος.
Δεν ξέρω πώς να τη διαβώ,
τόσες ψυχές που είμαι φορτωμένος.
Άγκυρες πίσω μου, γαντζωμένες στους νεκρούς μου, με τη βεβαιότητα του αμετάκλητα συντελεσμένου. Παλαμάρια μπρος μου, δεμένα στο ρυμουλκό αύριο, που κάθε τόσο αλλάζει πορεία ερήμην μου αλλά και πάντα μέσα στην ομιχλώδη αοριστία του τερματικού οριστικού.