Φτου σου, κοπελάρα μου!
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-306-0
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 52 σελ.
Περιγραφή

Ένας καθρέφτης που μιλάει και μια κάλτσα που ψάχνει το χαμένο της ταίρι ανοίγουν και κλείνουν, αντίστοιχα, ένα τοπίο που πλάστηκε από παιδιά για να διαβαστεί από ενήλικες. Μια χαραμάδα στη γη καταπίνει μια έφηβη, ένα κορίτσι γράφει γράμμα στον μικρό του εαυτό, ένας γκραφιτάς ταγκάρει στο χέρι μιας γυναίκας, κι ένα νεαρό θύμα τράφικινγκ περιπλανιέται στο κέντρο της Αθήνας. Παιδιά και έφηβοι που μεγαλώνουν δύσκολα σ’ έναν κόσμο χτισμένο από και για ενήλικες συγκρούονται με όρους όπως δικτατορία, παρέλαση, εκκλησία, κοινωνία, αποκτώντας το πρώτο τους τραύμα.

Στο Φτου σου, κοπελάρα μου! η Χρυσούλα Σ. Γεωργούλα προσφέρει στον αναγνώστη δώδεκα ιστορίες ευάλωτης ενηλικίωσης.

ΦΤΟΥ ΣΟΥ, ΚΟΠΕΛΑΡΑ ΜΟΥ!

Καθηλωμένος στον τοίχο, καθρέφτιζε τους κατοίκους και τους επισκέπτες του σπιτιού, ιδιαίτερα τις γυναίκες. Αμέτρητα ήταν τα πρόσωπα που είχαν σταθεί μπροστά του από τότε που τον κρέμασαν στο χολ, υπό το άγρυπνο βλέμμα της πρώτης του κυράς, της Μαργαρίτας, μιας γυναίκας φιλάρεσκης, της υψηλής κοινωνίας. Πάνω από πενήντα χρόνια στην ίδια θέση, βαρέθηκε να αποτυπώνει με ακρίβεια πρόσωπα και αντικείμενα, και, για να διασκεδάσει τη μοναξιά του, άρχισε να παραμορφώνει τα είδωλα, εκτελώντας διάφορα πειράματα και πανικοβάλλοντας όσους και όσες είχαν την ατυχία να ξεμοναχιαστούν μαζί του. Ξεκίνησε να μεγαλώνει και να μικραίνει τα μάτια, να ξεδοντιάζει την κυρα-Μαρίκα, την κουτσομπόλα γειτόνισσα, να κάνει τη φαλάκρα του κυρίου αεροδρόμιο, να φουσκώνει τα οπίσθια της κυρίας, φέρνοντάς τη στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, και να κονταίνει τα φορέματα της παραδουλεύτρας. Τέλος, έφτασε η σειρά της Μαργαρίτας, εγγονής της συγχωρεμένης του κυράς, που δεν παρέλειπε να καθρεφτιστεί πριν φύγει για το σχολείο. Ούτε στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό του η σκέψη να παίξει κάποιο άσχημο παιχνίδι στη μικρή. Τα παιδιά είναι ευαίσθητα και δεν επιτρέπεται να τα τρομάζεις και να τα φορτώνεις τραύματα που θα τα ακολουθούν σε όλη τους τη ζωή. Έτσι, ένα πρωί, βλέποντάς τη να βγαίνει φουριόζα, με τη βαριά τσάντα, την μπλε ποδιά και την άσπρη κορδέλα στα μαλλιά, την έφερε στην ηλικία των δεκαοκτώ ετών, όμορφη, με μίνι φούστα και τακούνια ψηλά, ίδια με τα λουστρίνια της μαμάς της. Κι εκεί που τα μάτια της λαμπύρισαν και φούσκωσε η καρδιά μες στο στενό της στήθος, ακούστηκε στο σπίτι για πρώτη φορά καμπανιστή η φωνή του: «Φτου σου, κοπελάρα μου!».

*

Ο ΖΙΟΥΝΑΣ

Μόλις τελείωσε ο πόλεμος, ξανάνοιξε το οικοτροφείο. Ανάμεσα στους μαθητές της πρώτης τάξης ένα μικρόσωμο παιδί, με κοντοκουρεμένα, μαύρα, πυκνά μαλλιά, μάτια βαθιά, έξυπνα σαν της κουκουβάγιας, πλακουτσωτή μύτη και μάγουλα κατακόκκινα, σπυριασμένα τόπους τόπους. Γι’ αυτό το τελευταίο δεν ευθυνόταν τόσο η κακή διατροφή του αγοριού, όσο το διαβολεμένο κρύο, που, συνεπικουρούμενο από την αφόρητη υγρασία της λίμνης, μετατρέπει τα Γιάννενα σε καταψύκτη τους μήνες του χειμώνα. Κανείς δεν θυμόταν το πραγματικό του όνομα, αφού όλοι τον φώναζαν Ζιούνα, όπως τον είχε περιγελάσει ο διευθυντής για τα μαλλιά του την πρώτη μέρα. «Κοιτάξτε τον! Τα μαλλιά του είναι ολόιδια με το αγκαθωτό περίβλημα του ζιούνα» – ζιούνας στην τοπική διάλεκτο σημαίνει κάστανο. Τα παιδιά, που δεν συγχωρούν παρεκκλίσεις και διαφορετικότητες και δεν χάνουν την ευκαιρία να κάνουν καζούρα, άρχισαν να ουρλιάζουν εν χορώ: «Ζιούνα, Ζιούνα, Ζιούνα!» και του κόλλησαν το παρατσούκλι.

Εκείνος φόρεσε με αξιοπρέπεια το καινούριο του όνομα και σηκωνόταν με προθυμία όταν τον φώναζαν στον πίνακα οι καθηγητές: «Να βγει ο Ζιούνας...».

Παρά το... πυγμαίο του ύψους του, καθόταν στο τελευταίο θρανίο και, την άνοιξη, όταν άνοιγαν τα παράθυρα, είχε τον νου του περισσότερο στον δρόμο παρά στο μάθημα. «Ζιούνα, συγκεντρώσου» έλεγε ο μαθηματικός. «Ζιούνα, μην κοιτάς έξω». Μια, δυο, τρεις, την τέταρτη τον έστελνε στο μαγειρείο, να καθαρίσει πατάτες. «Πάλι εσύ εδώ;» τον ρωτούσε η κυρα-Σταυριανή, η μαγείρισσα.

Ως είθισται, στο σημείο αυτό οφείλουμε να εστιάσουμε την προσοχή μας στη μεσόκοπη γυναίκα, για να γεμίσουμε με την περιγραφή της τουλάχιστον τρεις σελίδες. Αν ακολουθήσουμε την ίδια τακτική με τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας μας και στη συνέχεια ασχοληθούμε διεξοδικά με τη δράση, θα έχουμε την ευτυχία να κατασκευάσουμε ένα βιβλίο-τούβλο, με μεγάλη πιθανότητα να εκδοθεί. Ο κόσμος δεν χαραμίζει δεκαπέντε ευρώ σε βιβλία-σαμιαμίδια, γι’ αυτό και οι περισσότεροι εκδότες προτιμούν όσα είναι αρκετά παχιά, ανεξαρτήτως περιεχομένου.

Η κυρα-Σταυριανή, λοιπόν, φορούσε άσπρο σκούφο και ένα φόρεμα σκούρο, απροσδιορίστου χρώματος, γεμάτο λαδιές και μπαλώματα. Τα χέρια της θύμιζαν λουκάνικα και τα μάτια της ήταν πιστά σαν του σκύλου. Στο στόμα της έχασκε ένα χαμόγελο αδειανό από δόντια.

«Κάτσε, Ζιούνα» έλεγε και του έδινε μια χοντρή φέτα ψωμί με μια γενναία κουταλιά τοματοπολτό, που εκείνος καταβρόχθιζε με λαιμαργία.

Η μαγείρισσα ήταν ο μόνος άνθρωπος στο οικοτροφείο που τον νοιαζόταν. Οι καθηγητές τον έβλεπαν αδιάφορα και οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν για το φτωχό του ντύσιμο και τα κακοπαθημένα παπούτσια του με τις λιωμένες σόλες. «Πάρε την αρβύλα του Ζιούνα» φώναζαν, και κλωτσούσε ο ένας στον άλλο την αυτοσχέδια από κουρέλια μπάλα που βασάνιζαν στα διαλείμματα. Όλα αυτά ο Ζιούνας τα αντιμετώπιζε στωικά και, θα έλεγε κανείς, με κάποια αδιαφορία.