Κάτι
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-307-7
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 54 σελ.
Περιγραφή

Ένας άντρας που φοράει μια κάλτσα για να κρύψει το κομμένο του χέρι, ένας μουσικόφιλος γιαουρτάς, μια ιστορία από το νεκροταφείο, αυτόχειρες σε κοινή θέα, μια αναπάντεχη έκρηξη, ένα ζώο που οδηγείται στην ευθανασία, μια Κινέζα, ένα νεκρό κορίτσι.

Έντεκα διηγήματα για τον άνθρωπο, το τώρα και το χθες. Μισή ζωή σε λίγες λέξεις.

(ΣΤ) ΟΡΓΗ

Δεν ξέρω πόσον καιρό είμαι εδώ. Ο γιατρός αποφεύγει να το διευκρινίσει κι η αλήθεια είναι ότι ούτε εγώ καίγομαι να μάθω. Είναι ήσυχα και αυτό μου αρκεί. Για την ώρα. Το μόνο που πρέπει να κάνω, λέει, είναι μια λίστα με τα συναισθήματα που νιώθω όταν με πιάνει.

«Με τα χάπια ή χωρίς;»

«Γιατί, σε πιάνει και με τα χάπια;»

«Παλιότερα όχι, τελευταία ναι».

«Πάντα τόσο λακωνικός είσαι;»

«Όχι».

«Μόνο τώρα;»

«Όχι. Συνήθως είμαι πιο».

«Πιο τι;»

«Λακωνικός».

Δεν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα συζήτησης. Το καταλαβαίνουμε κι οι δυο.

«Μήπως να καθόσουν καλύτερα να γράψεις εκείνη τη λίστα;»

«Νομίζω ότι θα το προτιμούσα».

(α) νευρικότητα

(β) ζάλη

(γ) μανία

(δ) θλίψη

(ε) …

(στ) οργή


*


ΚΟΥΤΣΟΥΝΑΚΟΣ

«Τίποτα δεν τελειώνει, κουτσουνάκο μου. Ποτέ. Τίποτα και ποτέ».

Ο παππούς ήταν μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου που από δεξιόχειρας έγινε αριστερόχειρας. Δεν τον ανάγκασε κανείς στο σχολείο. Συνέβη πολύ αργότερα, στα τριάντα του.

«Οι δεξιοί με έκαναν αριστερό». Έτσι έλεγε, μέχρι που σταμάτησε να μιλάει.

Στον εμφύλιο τον λυπήθηκαν επειδή είχε επτά παιδιά, και αντί να τον σκοτώσουν, του έκοψαν το δεξί χέρι. Στον καρπό. Είκοσι χρόνια αργότερα, τον πήραν τα παιδιά του για να μείνει μαζί τους στην Αθήνα. Τότε σταμάτησε να μιλάει. Ντρεπόταν μάλλον. Φορούσε μια κάλτσα στο χέρι και φρόντιζε το δεξί μανίκι να είναι λίγο πιο μακρύ. Κόνταινε το αριστερό. Μόνο μια φορά το έδειξε.

Το σπίτι όπου έμεναν ήταν στους πρόποδες του βουνού. Το απόγευμα, αν ο μικρός είχε τελειώσει με τα μαθήματά του, πήγαινε βόλτα με τον παππού στο δάσος. Δεν είχε χάσει ούτε μία. Ήταν επιμελής. Περπατούσαν, ο εγγονός μιλούσε κι ο παππούς άκουγε. Έτσι έδειχνε, τουλάχιστον.

Εκείνο τον χειμώνα το κρύο είχε πιάσει από νωρίς. Περπατούσαν γρήγορα για να ζεσταθούν, το παιδί σχεδόν έτρεχε. Ξαφνικά, ο γέρος σταμάτησε και του μίλησε: 

«Θες να δεις το χέρι;»

Φοβήθηκε που τον άκουσε να μιλάει, αλλά έμεινε ψύχραιμος. Ήθελε να το δει.

«Ναι».

Σήκωσε το μανίκι κι έβγαλε την κάλτσα. Το είδε. Στην άκρη του χεριού υπήρχε μια τρύπα κι από μέσα της έβγαινε φως. Πλησίασε για να κοιτάξει καλύτερα και τότε τον ρούφηξε.

Είδε τον παππού μωρό να πεινάει και να κλαίει, μετά παλικαράκι να μιλάει σε ένα κορίτσι που ήταν η γιαγιά, τους δυο τους να κρύβονται για να το κάνουν, χωράφια με βαμβάκι, τους δυο τους να ξανακρύβονται (δεν γίνονται έτσι εύκολα επτά παιδιά), τους Γερμανούς, την εκκλησία του χωριού να καίγεται, γυναίκες χωρίς άντρες, άντρες χωρίς γυναίκες να μιλάνε μια άγνωστη γλώσσα κι όλοι να τους καταλαβαίνουν.

Κι ύστερα η τρύπα τον πέταξε έξω, έπεσε στο χώμα. Κοίταξε τον παππού κι έβαλε τα κλάματα.

«Μη φοβάσαι και κλαις, κουτσουνάκο μου. Δεν είναι τίποτα. Είναι η ζωή. Να μην τη φοβηθείς!»

«Κι όταν τελειώσει;»

«Τίποτα δεν τελειώνει, κουτσουνάκο μου. Ποτέ. Τίποτα και ποτέ».

Τον σήκωσε και ξεκίνησαν να περπατάνε. Γρήγορα. Έκανε κρύο.

Έτσι πέρασε εκείνος ο χειμώνας. Το πρωί στο σχολείο, το μεσημέρι φαΐ και μαθήματα, και το απόγευμα βόλτα. Με το που έφταναν στα πρώτα δέντρα, ο γέρος άρχιζε να μιλάει. Έλεγε τις ιστορίες που ο μικρός είχε δει μέσα στο χέρι και πολλές ακόμα. Ήταν όλες κάπως τρομακτικές. Εκείνος, όμως, πάντα χαμογελούσε.

«Όταν πεθάνω και πάω πάνω στα σύννεφα δεν θα φοβάσαι μόνος σου, ε, κουτσουνάκο μου;»

«Δεν θα φοβάμαι, παππού! Θα μπαίνω σε ένα αεροπλάνο και θα έρχομαι να σε χαιρετάω».

Και μετά, ένα μεσημέρι, ο παππούς δεν ήταν σπίτι.

«Πού είναι; Πού πήγε;»

«Επειδή δεν ήταν και πολύ καλά, τον πήγαμε σε ένα μέρος για να γίνει καλύτερα».

«Πότε θα γυρίσει;»

«Θα δούμε…»

Ξεκίνησε να πηγαίνει βόλτες μόνος του. Την πρώτη μέρα έφτασε ως τα πρώτα δέντρα. Δεν τόλμησε να προχωρήσει πιο βαθιά στο δάσος. Τη δεύτερη οι σκιές φαίνονταν λιγότερο τρομακτικές, και την τρίτη ακόμα πιο λίγο. Την τέταρτη μέρα αποφάσισε ότι την επόμενη θα έμπαινε. Γύρισε στο σπίτι αποφασισμένος.

«Θέλω να με πάτε να τον δω!»

«Δεν γίνεται, αγόρι μου. Δεν είναι μέρη για μικρά παιδιά αυτά» του έλεγαν.

Τον είδε, μια βδομάδα αφού πέθανε, στο ξέφωτο, κάτω από τη μεγάλη λεύκα.

«Ήρθες;»

«Δεν φοβάμαι, παππού!»

Ο γέρος άπλωσε το δεξί του χέρι και του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Τίποτα και ποτέ».