Ποιητική κληρονομιά δίχως κληρονόμο
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-304-6
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 168 σελ.
Αραβική (γλώσσα πρωτοτύπου)
Περιγραφή

Ο αναγνώστης και η αναγνώστρια της ελληνικής μετάφρασης δεν διαβάζει μόνο τα ποιήματα του Τζιμπράν Σαάντ, αλλά γίνεται κοινωνός συριακών ιστοριών, εθίμων και παραδόσεων, περπατά στους δρόμους συριακών πόλεων που ο ποιητής ξαναδημιουργεί με τις λέξεις του, ακούει βομβαρδισμούς, κλαίει για τους νεκρούς του πολέμου, βλέπει τον έρωτα να προσπαθεί να επιβιώσει και να λάμψει μέσα στο χάος, ακολουθεί τον ποιητή στα ταξίδια και στις μνήμες του, αγαπάει τα αγαπημένα του πρόσωπα και τοποθετείται στους δρόμους της Γαλλίας και της Σουηδίας μέσα σε λίγες σελίδες. Εικόνες σκληρά ρεαλιστικές και μελαγχολικά ονειρικές συνυφαίνονται, αποκαλύπτοντας την αντιφατική σύνθεση της ζωής: έρωτας και θάνατος, ματαιότητα και αντίσταση, παροδικότητα κι ελπίδα, ανυπαρξία και ζωή.

Εσύ,

στρατιώτη,
στόχευσε
στους λαιμούς των παιδιών
και πρωτίστως στη απαλή λευκή σάρκα των μωρών·
[…]
στόχευσε και πρόσεξε:
οι νεκροί εραστές στη
Χομς
κάθε μέρα
ανταλλάσσουν τον χειμώνα
με φιλιά.

[Μετά μας έδεσαν γυμνούς]

προς το στήθος της θάλασσας.
Έτσι, πνίγηκα μονάχος μέχρι το τέλος του ποιήματος.
Το στόμα μου άφρισε καντήλια και πράγματα
που η θάλασσα γνωρίζει.
Ύστερα άνοιξα τα σαγόνια μου και έμεινα μετέωρος
σαν πουλί που προσγειώθηκε μετά από παράξενο ταξίδι…
Δεν ήταν μια μέρα ο πατέρας μου με τους σκοπευτές
και τους λιθοβολητές 
εκείνης της γυναίκας που γεννήθηκε
για να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας.


*


[Αυτοί που ήπιαν στην υγειά του ταξιδιού]

κουκουλώθηκαν στα κρεβάτια τους
και πνίγηκαν κάτω απ’ το πάπλωμα της λήθης.
Ζάλισαν
τη νοσταλγία των ματιών τους
προς τα βουνά,
τις χώρες,
έγιναν παραμυθάδες
και προχώρησαν σε μια απερίγραπτη ξενιτιά…
Σήμερα ανακαλούμε τις τελευταίες κραυγές της θάλασσας
και θυμόμαστε τα τρεμάμενα μέρη.
……
………
Εν αναμονή των γραμμάτων
γελάμε, όλο γελάμε,
μέχρι να τρίξουν τα πλευρά μας
και να νανουριστεί το κρύο στην οδύνη.
Οπότε, από πού, κυρά,
μεγαλωμένη
κάτω από τη σκιά των γραμμάτων
να μάθεις μόνο ένα νέο
αυτών που ζάλισαν τη νοσταλγία των ματιών τους
αυτών που ήπιαν στην υγειά του ταξιδιού.


*


[Και όταν γεννήθηκα]

στον πατέρα μου

πέθανε το αστέρι των αμαρτιών
κι έφυγαν οι μάντεις από τα ορυχεία τους·
έγιναν αφηγήσεις ανθρώπων,
τραγούδι για την καρδιά μου.
Έπειτα, απλώθηκαν τα λευκά τους χέρια
για να βράσουν τη θλίψη μου
στο βαρέλι των ονείρων τους.
Έτσι, με διαμέλισαν
και άπλωσαν τα μέλη μου στο σχοινί των επιθυμιών τους.
Κατέληξα, λοιπόν, στον μελανό μου φόβο
και βυθίστηκα στο ταξίδι.
……
………
Το χέρι κάπου μετά το κενό
διεγείρει τις ψευδαισθήσεις
για να μας κρύψουνε στα τρένα
και να ταξιδέψουμε στις ράγες των σύννεφων
και στις ρωγμές της ξηρασίας.
Οι θάλασσες χαράσσουν τις ακτές τους
και μεγαλώνουν τα πλευρά τους
για να προστατεύσουν τη στεριά
και η νύχτα στην άκρη της γης
ανάβει το καντήλι της
για να βουίξουν οι αποστάσεις.


*


[Αυτός είναι ο λάκκος του θανάτου]

στη Βηρυτό

- εδώ λιθοβολήθηκαν οι εισβολείς -
σκορπιστήκαμε στην κούραση και στα σοκάκια του χειμώνα
για να μετρήσουμε τ’ αστέρια και να υπολογίσουμε τα δάχτυλα της πόλης.
Ο πόνος ροκανίζει τις αρθρώσεις των ετών
και λυγίζει τα όνειρά τους.
Τα πόδια των περαστικών σωπάσαν·
γυμνοί, υπολειπόμενοι μιας αμαρτωλής νεφέλης.
Οι σφαίρες σκοτώνουν τους εχθρούς τους
κι εκεί – πίσω απ’ τις ψυχές μας -
μια κυρά νανουρίζει τα χρόνια της
για να καταλαγιάσει την παραφροσύνη του κόσμου