Πρώτη ύλη
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-303-9
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 1/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 76 σελ.
Περιγραφή
Ξεχάστηκε και η στάθμευση,
χάθηκαν κι οι σταθμοί.
Μόνο οι δορυφορικές
των πολυκατοικιών
εξισώνουν την αντανάκλαση
από το σεληνιακό κύκλωμα.
Οι λέξεις είναι ρόδες
το ποίημα μια πληγή
κι εσύ, οδηγός Νεοέλληνας
που με έκανε χαλκομανία
και, τελικά, επικράτησε
η εποχή του θερισμού,
τόσο που πια με θέρισε.

ΑΛΛΑΓΗ ΣΧΕΔΙΟΥ

Τον υποδέχτηκε με θαλπωρή
και υποτυπώδη συγκίνηση.
«Άντρα μου, καλώς όρισες,
έλα στην αγκαλιά μου».
Τίναξε το σακί του με τα λάφυρα,
ακαριαίος θόρυβος
προτού με βήμα αργό
τον δεχτεί στα στήθη της.

Τώρα αντικριστά.
Μετά από δέκα χρόνια.
Οι ρυτίδες στα μάτια του σημάδι κούρασης,
το βάθος τους προκλητικά εκτυφλωτικό
σαν φως που χάραξε στην κόψη.
Δεν είναι όλα ζήτημα φωτός, θα πεις,
και θα ’χεις δίκιο.
Έλα που αρχίζουν όλα πια
να μπαίνουνε στην τάξη
που τους πρέπει.

Ο σηκωμένος γιακάς του
άλλοθι για να τον ακουμπήσει.
«Θέλω να κάνουμε έρωτα με τα μάτια»
του είπε
κι αυτός ενέδωσε
– ήταν γνωστή η έλλειψη εγκράτειας
που είχε από καιρό
κι όλοι του δείχνανε έλεος
για αυτό του το ελάττωμα,
αδυναμία το όριζε ο ίδιος.

Η μέθη απ’ το αιθέριο άρωμα
στον λαιμό της,
το κόκκινο φόρεμα σαπφείρι,
οι απαλές ραβδώσεις στα πόδια της,
οι ορίζοντες στα μάτια της
μια σκέτη φλόγα.
«Πέρασαν δέκα χρόνια,
ποτέ μου δεν σε ξέχασα. Λεπτό.
Όμως το λάφυρο είναι λάφυρο,
τι να το κάνω;
Να το αφήσω να καεί συθέμελα
στα κάστρα που πορθήσαμε;»

Έβαλε με το χέρι της στα χείλη του
την ένδειξη της σιωπής.
«Έστρωσα κόκκινο χαλί
όμοιο με θεών το βήμα να πατήσεις
να σε οδηγήσω στο λουτρό,
με ρόδα και γιασεμιά να σ’ αναμένουν
και έπειτα αχνάδα να πλανιέται.
Θα σου δοθώ, αφού σε καθαρίσω».

Και τούτος έτρεξε.
Ενώ πατούσε μες στ’ αγκάθια
που για βελούδο νόμισε,
γδυνόταν όσο προχωρούσε∙
μια τον χιτώνα πέταξε στα αριστερά,
μια τα σανδάλια έλυσε και τα προσπέρασε.
«Μείνε για λίγο έτσι, έτσι για λίγο
να σε θαυμάσω πριν σε γευτώ.
Είναι η αγάπη πόνος αγιάτρευτος,
πολιτικός,
φλόγα ατέλευτη στο χάος του κορμιού μου.
Έχεις ακόμη μπράτσα στιβαρά
και σκέλια άναρχα.
Τόσο βαθιά σε ορέγομαι».

Και εκείνος αναθάρρησε.
Τα βήματά του ανοίχτηκαν,
με δρασκελιές βουτά τα πόδια
πρώτα στο νερό μέχρι τα γόνατα.
Στην πλάτη και τα οπίσθια σχηματιζόταν
ολόκληρη η γεωγραφία της ηδονής.

Στην ιστορία γράφτηκε πως τον τιμώρησε
για το παιδί, για την αιματηρή θυσία
που συντελέστηκε, μέχρι να πλεύσουν τα καράβια.
Ή, έστω, επειδή βρήκε άντρα πιο μαλθακό
και απέκτησε πια τη θέση που της άξιζε,
ηγέτιδα στον οίκο,
πρώτη των πρώτων
μέσα στους άντρες του Άργους.

Μάταια.
Όλο το σχέδιό της
ένα ανυπεράσπιστο ναυάγιο
μπροστά στη γύμνια του,
στα χλιαρά νερά,
στις ευωδιές που ανέδιδε σαν μύρο
το κορμί του.

Κι αυτή, ρίζα βαθιά που κούρνιασε
στην επικράτεια του χώματος,
του παραδόθηκε δίχως τέλος,
δίχως αρχή και μέση.
Φτερό πουλιού στο τελευταίο πέταγμα
να βρει ζωή μες στη ζωή του
έγινε λάφυρο του έρωτα
δίχως να πολεμήσει καν για αυτό.
Αρκούσε μόνο η θέα.

Στα χέρια του πέθανε και γεννήθηκε ξανά
κι ας λένε όσα θέλουν οι ιστορίες.


*


ΜΗΔΟΣ ΘΑ ΠΕΙ ΚΑΙ ΜΕΡΙΜΝΑ

Μιλιά στη γεωργιανή διάλεκτο
με τις παχιές καταλήξεις
για την κατάφωρη αδικία του σπιτιού.
Το τρίξιμο της πόρτας
σαν μια κρυφή μελωδία παράδοσης.
Το άρωμα αποθηκευμένο στις κλειδώσεις
ίσως να υπενθύμιζε για λίγο ακόμα
το ιερό αμάρτημα της φυγής.
Το φύσημα μονάχα του αέρα
παρέδωσε γυμνούς τους αστραγάλους
στην εξάντληση.

Αίμα πλημμύριζε τις κόγχες των ματιών σου
κι ήταν τα χέρια λόγχες ακάνθινες,
φρικτές για την ανταλλαγή
των δεξιών χεριών.
Χρυσάφι από δέρμα ανοίκειο
και στάχτες από γη
που τώρα πια ηττάται απ’ τον καιρό.
Κι αυτές οι κόρες των ματιών
κι αυτοί οι γιοι του θαλάσσιου μέλλοντος
επιφωνήματα ισχνά της αδικίας.

Ζωή ακατέργαστη στον ίσκιο τόσων
θερινών ηλιοστασίων.
Σαν έκανε και νύχτωνε
δεν ήξερες ποτέ αν στ’ αλήθεια
ήταν η γεύση από τις κόκκινες ρώγες
του άσπερμου σταφυλιού
ή ο καπνός που απέμενε στο στόμα
σαν πικρό χαρτί
που τα σεντόνια
απ’ τη δική σου τη μεριά
μένουνε πια ανέγγιχτα.

Πώς καθαρίζει ο αιμάτινος λεκές και
πώς το μυρωμένο δέρμα
αρπάζει γρηγορότερα απ’ τη φωτιά;
Πώς απ’ το δυο να φτάσεις στο μηδέν
κι άλλο να μην μπορείς να το γεννήσεις;

Σκαρί, θαλάσσιο ξύλο και αιχμηρό κατάρτι:
ένας ανώφελος χρησμός.
Πουλί τραγουδιστό αφήνει πια
το τελευταίο του φτερό στον ώμο σου.
Κι εγώ, σκύλα τυρρηνική,
λιονταρίνα αχόρταγη για αίμα,
φόνισσα
– πώς το ξεστομίζεις.
Ήταν η μόνη λύση
να ενστερνιστώ τους χαρακτηρισμούς σου.
Τι νόμισες; Είναι βαρύ το τίμημα
του ύψους, αγάπη μου.

Τι θυσία κι αυτή των αδειανών χεριών…
Τι γοητεία το φως να κατεργάζεται
κι εγώ να μην μπορώ πια
ούτε να το διαχειριστώ
ούτε να το μαγέψω.