«Τι τα θες, Γιούρι• ζώα πιο κακούργα από μας τους ανθρώπους δεν γνώρισε ποτέ αυτός ο πλανήτης. Πιο λαίμαργα, πιο αρπαχτικά. Τι θα συνέβαινε, λες, αν έναν πλανήτη με όλα τ’ αγαθά του τον χάριζε κανείς σε δύο μόνο ανθρώπους; Σε δύο αρσενικούς, εννοείται.
Ξέρω τι θα μου πεις: θα έκαναν τ’ αδύνατα δυνατά για μια ειρηνική συνύπαρξη. Μα εδώ απατάσαι, Γιούρι• είσαι ιδεαλιστής. Θα χώριζαν τον πλανήτη στα δύο, σε άνισα μερίδια, κι ο καθένας θα προσπαθούσε να μεγαλώσει το δικό του, εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες του άλλου. Κι αργά ή γρήγορα, ο ένας θα επιχειρούσε να υποτάξει τον άλλον, για να εξουσιάσει τα πάντα.
Έτσι ήταν από τα χρόνια του ρόπαλου και έτσι είναι σήμερα, με τα όπλα της μαζικής εξόντωσης. Ο άνθρωπος σκοτώνει τον συνάνθρωπό του για να του αρπάξει όσα έχει. Οι πόλεμοι δεν έχουν άλλο κίνητρο από την άνιση μοιρασιά του κόσμου. Γι’ αυτό δεν θα πάψουν ποτέ. Κι εμείς ποτέ δεν θα γίνουμε άνθρωποι, άξιοι του ονόματός μας, Γιούρι…»