"Η εικόνα στο άνοιγμα της πόρτας κλόνισε όλα τα πιστεύω του. Ένιωσε πως δεν υπάρχει πια μέλλον. Μόνο παρόν – απειλητικό. Η Μαρία στεκόταν μπροστά του. Η μάνα του στεκόταν μπροστά του. Τα μαλλιά της έπεφταν κυματιστά στους ώμους της. Μαύρο έξωμο φόρεμα. Τακούνια ψηλά. Κραγιόν κόκκινο. Τα χείλη της σφίχθηκαν ανεπαίσθητα. Τα μάτια της άνοιξαν ελαφρώς – όχι από φόβο. Η αναπνοή της βάθυνε. Κανείς δεν μίλησε. Η σιωπή ανάμεσά τους εκκωφαντική. Παραμέρισε σιωπηλά και άνοιξε την πόρτα διάπλατα. Μια πρόκληση. ΄Η ίσως μια συγγνώμη. Κι εκείνος πέρασε. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους. Και ο κόσμος, όπως τον ήξεραν, δεν υπήρχε πια..."