ψάχνοντας ανθρώπους
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-299-5
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 1/2026
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 88 σελ.
Περιγραφή

Ένας εσωτερικός μονόλογος με 36 σκηνές–κεφάλαια πάνω σε υπαρξιακές ανησυχίες και ποικίλα ζητήματα που μας απασχολούν. Η κραυγή μα και η σιωπή ενός ανθρώπου που δεν του ταιριάζει η κοινωνία στην οποία ζει και αποφασίζει να κλειστεί στο κουτί–σπίτι του. Σκοπός του είναι να καταφέρει, μέσα από εσωτερικές μάχες, μέσω της ενδοσκόπησης, να βρει τον εαυτό του, να βγει αλώβητος και να ενταχθεί όσο πιο ομαλά και ανώδυνα γι’ αυτόν. Έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του, τα απωθημένα του, τους δαίμονές του, τα σκοτάδια του, τα πρέπει της κοινωνίας.

Ένας εσωτερικός μονόλογος για όλα αυτά που, κάποιες φορές, δεν τολμάμε να ομολογήσουμε και να συζητήσουμε ούτε με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Τι και αν ξύπνησες άλλο ένα πρωί. Τι κι αν άφησες να μπει άπλετο το φως στο δωμάτιο. Το φως μένει εκεί, στο δωμάτιο. Εσύ; Ένα άδειο κορμί, με σκόρπιες σκοτεινές σκέψεις. Θέλεις να βγεις στον δρόμο. Γιατί; Αφού φοβάσαι το φως. Αφού αρνείσαι την ύπαρξή σου. Παραπαίεις συνεχώς, φθορά-αφθαρσία, ζωή-θάνατος. Τι είσαι; Τι ζητάς; Φύγε από τον κακό σου εαυτό. Άσε το φως να λούσει το κορμί σου. Να καθαρίσεις από τη βρομιά. Τι να σου κάνει το νερό. Κάθαρση, φως. Τα μάτια σου είναι σκοτεινά. Συλλογιέσαι αν μπορείς να βγεις στο φως, αν μπορείς να ψάξεις. Τι; Ανθρώπους. Τι; Ζωντανούς. Κάτι που έχεις χάσει χρόνια τώρα. Ξεκινάς το δικό σου ταξίδι στον δρόμο της σιωπής, της ευθύνης απέναντι στον εαυτό σου. Κακόμοιρο ανθρωπάκι, σε θωρώ και φοβάμαι. Πώς; Πώς θα το κάνεις εσύ αυτό; Σ’ το επιτρέπουν, άραγε; Δέσμιος επιθυμιών, σκέψεων, φιλοδοξιών και όλων αυτών που σου έμαθε η κοινωνία στην οποία ζούσες. Η συνέχεια πρέπει να παιχτεί σε πολλές σκηνές, μέχρι να ανακαλύψεις ποια σου ταιριάζει. Μέχρι να διώξεις από μέσα σου όλη τη σαπίλα και να ξαναγεννηθείς. Δεν ξέρεις πλέον, όμως, το πώς. Το έχασες και αυτό. Τόσα χρόνια καρκινοβατούσες και πίστευες σε έναν αόρατο Θεό. Όλα έρχονταν βολικά, ώσπου… Ώσπου, τι; Ξύπνησες ένα πρωί και είχαν χαθεί οι βολικές σου σκέψεις. Φόβος, τρόμος, κρύος ιδρώτας, απελπισία. Γιατί; Γιατί σε εμένα, έκραξες. Αχ, πώς θα ζήσεις τώρα που ξύπνησες; Το έχεις ξεχάσει και αυτό. Ποιο; Το να ζεις. Παίρνεις αποφάσεις ανασυγκρότησης. Ψάχνεις τρόπους να πετύχεις τον σκοπό σου. Μάλλον πρέπει να κλειστείς στο κουτί σου, να κάνεις παρέα στη μοναξιά σου για κάποιο διάστημα. Να παλέψεις με τον εαυτό σου και τις ανασφάλειές σου, μέχρι να ορθώσεις ξανά ανάστημα. Μέχρι να μπορέσεις να αντικρίσεις και πάλι κατάματα τον κόσμο. Μέχρι να… ποιος ξέρει. 

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Ανοίγεις την πόρτα. Όχι αυτήν, ρε, την πόρτα της εισόδου. Μέχρι και αυτό σε έκαναν να ξεχάσεις; Βγαίνεις έξω, κατεβαίνεις φοβισμένος τα σκαλοπάτια, βγαίνεις στον δρόμο. Φως, πολύ φως. Σε καίει. Έχεις ξεχάσει πώς είναι. Πόσες μέρες, άραγε, έχεις να βγεις από το κουτί σου; Όχι πολλές, αλλά αρκετές για να νιώσεις αμηχανία. Προς τα πού να πας; Κοντοστέκεσαι, αποφασίζεις κάπως αμφίβολα. Περνάς απέναντι και προχωράς, με τα χέρια στις τσέπες και σκυμμένο το κεφάλι. Διασχίζεις ασυναίσθητα τον δρόμο, αδιαφορώντας για ό,τι συμβαίνει γύρω σου. Φασαρία, σε ενοχλεί. Αυτοκίνητα, άνθρωποι. Άνθρωποι; Ουπς, κάτι πρέπει να κάνεις. Σηκώνεις το κεφάλι και κοιτάς τριγύρω. Μέχρι και η γειτονιά σου σού φαίνεται ξένη. Νιώθεις σαν να μη βλέπεις καθαρά. Σαν όλο αυτό να είναι όνειρο ή, μάλλον, μια θολή πραγματικότητα. Έλα, προχώρα. Κοιτάζεις πιο έντονα και σαν να ξεδιαλύνει το τοπίο. Βλέπεις σε μια γωνιά έναν άστεγο – ή μήπως απλώς έναν ζητιάνο ή κάτι άλλο; Δεν μπορείς να καταλάβεις πλέον. Τι σημασία έχει, εξάλλου; Στέκεσαι και τον κοιτάζεις. Είναι σκυθρωπός, κουρασμένος, γερασμένος, χαμένος. Κοιτάζεις μέχρι που διασταυρώνονται τα βλέμματά σας. Σαν να ζεσταίνεται το βλέμμα του. Τρομάζεις, κοιτάζεις αλλού, θέλεις να το βάλεις στα πόδια. Τι θα κάνεις τώρα; Αναστάτωση, πανικός. Προχώρα, διώξε τον φόβο. Πλησιάζεις, σε κοιτάζει καρτερικά. Περιμένει τον οβολό σου. Δεν έχεις, όμως, τίποτα να του προσφέρεις. Απλώνει το χέρι του, απλώνεις κι εσύ το δικό σου και πιάνεις το χέρι του. Ξαφνιάζεται, πάει να το τραβήξει. Χαμογελάς, όσο πιο αληθινά μπορείς, και λες: «Καλημέρα». Απορεί, σίγουρα σκέφτεται ότι είσαι τρελός. Χαμογελάς πιο πλατιά, χαμογελά και αυτός, αμήχανα στην αρχή, κάπως πιο ζεστά στη συνέχεια. Λες κάποιες ανούσιες κουβέντες. Ζεστασιά. Ζητάς ταπεινά συγγνώμη που δεν μπορείς να ανταποκριθείς στις προσδοκίες του και φεύγεις. Ακούς: «Ευχαριστώ, άνθρωπε». Ικανοποίηση. Τελικά, αυτοί οι άνθρωποι στις γωνιές των δρόμων, συνήθως, είναι πιο αληθινοί απ’ αυτούς των οικημάτων, σκέφτεσαι. Φεύγεις, με τα χέρια να κρέμονται δίπλα στον κορμό σου και το κεφάλι ψηλά. Στόχος επετεύχθη. Επιστροφή στο κουτί σου. Πότε θα ξαναβγείς, άραγε;