«Αυτό ήταν δεν θα το ξαναδώ ποτέ πια, δεν θα υπάρχει για να μας θυμίζει τα νυχτερινά γλέντια μας τους καλοκαιρινούς μήνες στη βεράντα κάτω απ’ το αυγουστιάτικο φεγγάρι. Τα τραγούδια, τα γέλια μέχρι δακρύων, τα πειράγματα των γειτόνων, τις μυρωδιές από το αγιόκλημα και τα γιασεμιά. Τις κατσάδες των γονιών μας να κάνουμε ησυχία για να κοιμηθούν. Τα μεταμεσονύχτια σκασιαρχία για τσιγαράκι που ποτέ δεν καταφέρναμε να καπνίσουμε ως το τέλος από φόβο, μη σκάσει μύτη' κάποιος από τους Μεγάλους. Τα Κυριακάτικα τραπέζια κάτω απ’ την κληματαριά με τους συγγενείς να τραγουδούν παλιές επιτυχίες του Αττίκ. Δεν θα υπάρχει πλέον για να μας θυμίζει τα ξέγνοιαστα παιδικά μας χρόνια. Τα πρώτα μας παιγνίδια με τα γειτονόπουλα, τις σκανδαλιές, τους τσακωμούς, τα φλερτ, τους έρωτες, τα χτυποκάρδια της εφηβείας. Τις βραδινές εξομολογήσεις, τα σχέδια για το μέλλον, τα όνειρα, την ενηλικίωση».