Τα κλεμμένα σταφύλια
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-292-6
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 12/2025
1η έκδ., Ελληνική, Νέα
€ 13.78 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
21 x 14 εκ, 190 σελ.
Περιγραφή

Ο Όμηρος Αρτεμίου μεγαλώνει στη Λύση, ένα ζωντανό αλλά ταραγμένο χωριό της κυπριακής υπαίθρου, την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ και των πρώτων χρόνων της ανεξαρτησίας. Ανάμεσα στην ανασφάλεια της εποχής, τις δυσκολίες της οικογένειας και τα πρώτα σημάδια ενηλικίωσης, προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του και να χαράξει τον δικό του δρόμο.

Πηγαίνοντας στην Αμμόχωστο για δουλειά, γνωρίζει τη σκληρότητα της καθημερινής βιοπάλης αλλά και τις πρώτες του αγάπες, τις απογοητεύσεις και τα διλήμματα που θα καθορίσουν τον χαρακτήρα του. Όσα βιώνει θα τον οδηγήσουν σε μια βαθιά προσωπική αναμέτρηση με τον εαυτό του και την πραγματικότητα της εποχής.

Με αμεσότητα και εσωτερικό ρυθμό, η ιστορία αποτυπώνει την πορεία ενός νέου προς την ωριμότητα, φωτίζοντας μια κρίσιμη περίοδο της κυπριακής ιστορίας με ευαισθησία και αλήθεια.

Από τον ουρανό ξέκοψε ένα σύννεφο και κατέβηκε στη γη. Ένα άσπρο πεντακάθαρο φως έλουζε τον κόσμο. Έπλεαν μέσα σ’ αυτό τα δέντρα, τα σπίτια και οι δρόμοι. Ο κόσμος όλος ήταν γεμάτος από φως. Πάνω σ’ εκείνο το σύννεφο κατέβαινε από τον ουρανό ο μικρός Όμηρος. Έπειτα από περιπλανήσεις στις μακρινές γωνιές τ’ ουρανού, έφτασε χαμηλά, μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο στο άσπρο φωτεινό δωμάτιο του σπιτιού του και τον τοποθέτησε πάνω στο κρεβάτι. Ο Όμηρος έτριψε με τα χέρια του τα μάτια, τ’ άνοιξε και είδε τις ακτίνες του ήλιου, πάνω στις οποίες κύλησε το σύννεφο για να μπει στο δωμάτιο. Με τον ίδιο τρόπο, βγήκε σχεδόν αμέσως και εξαφανίστηκε. Σε λίγα λεπτά ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ…

Ο Όμηρος καθόταν στο κρεβάτι του, με τη ράχη ακουμπισμένη σ’ ένα μαλακό μαξιλάρι. Φορούσε καθαρά ρούχα και τα πόδια του ήταν σκεπασμένα μ’ ένα ελαφρύ και δροσερό σεντόνι. Δίπλα του, πάνω στο κρεβάτι, ήταν σκορπισμένα ένα σωρό αγαπημένα πράγματα: γλυκά, σοκολάτες τυλιγμένες σε χρυσά και ασημένια χαρτιά, αυτοκινητάκια, αεροπλανάκια, βιβλία με χρωματιστές εικόνες.

Ο ήλιος έμπαινε, όπως πάντα, από το παράθυρο, γέμιζε το δωμάτιο κι έκανε να λάμπει ο κόσμος όλος. Μπορούσες να σηκώσεις το χέρι σου και ν’ αγγίξεις τις χρυσές του ακτίνες που στέκονταν ακίνητες στον αέρα.

Σε λίγο άρχισαν να μαζεύονται και οι άνθρωποι. Άρχισαν να κινούνται, γιατί, ενώ ήταν μαζεμένοι από πριν σ’ αυτό το δωμάτιο, δεν τους είχε προσέξει. Σιγά σιγά ξεκαθάριζαν και οι μορφές τους. Δυο άγνωστές του γυναίκες, ένας επίσης άγνωστος άντρας, ο πατέρας και ο παππούς του. Ο πατέρας τον πλησίασε, έβαλε το χέρι του πάνω στο μέτωπό του και τον κοίταξε μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη. Ύστερα τον έπιασε από τις μασχάλες, τον ανασήκωσε ελαφρά, διόρθωσε το μαξιλάρι πίσω από την πλάτη του και τον βοήθησε να καθίσει καλύτερα. Η μητέρα του μπήκε από το διπλανό δωμάτιο, κρατώντας στα χέρια της ένα μικρό εικόνισμα της Παναγίας. Πλησίασε τον Όμηρο και το κρέμασε προσεκτικά, με τα επιδέξια δάχτυλά της, πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού του.

Το άλλο οικείο πρόσωπο ήταν ο παππούς. Καθόταν στη γωνιά του δωματίου, με τα μακριά του πόδια το ένα πάνω στο άλλο, περιπλεγμένα μεταξύ τους, όπως οι ρίζες του δέντρου. Το φως που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο τον άγγιζε απαλά κι έκανε ν’ αστράφτουν τα άσπρα του μαλλιά και τα ακατάστατα μουστάκια του, που, ανάμεσά τους, σαν λουλούδι μέσα από τα χόρτα, πρόβαλλε το χαμόγελό του. Τούτο το χαμόγελο μεταδιδόταν μ’ έναν παράξενο τρόπο και στα μάτια του, που χαμογελούσαν κι αυτά κρυμμένα κάτω από τα μεγάλα κάτασπρα φρύδια του.

Ήταν εκεί κι ένας άντρας ψηλός και χοντρός, με γυαλιά. Στεκόταν στη μέση του δωματίου, σοβαρός, κρατώντας μια μεγάλη μαύρη βαλίτσα στο ένα χέρι και στο άλλο το καπέλο του. Κάπου τον είχε ξαναδεί και αυτόν, από κάπου τον ήξερε, όμως δεν θυμόταν ακριβώς. Ήταν σάμπως να τον είχε δει σε κάποιο όνειρο και τώρα, που ήταν ξύπνιος, τον έβλεπε ζωντανό μπροστά του. Όταν μίλησε, η φωνή του φάνηκε το ίδιο ακαθόριστα γνώριμη στον Όμηρο.

«Ας ευχαριστούμε τον Θεό» είπε ο άντρας εκείνος «ύστερα από σαράντα μέρες που ήταν δεμένος στο κρεβάτι του, καταφέραμε να τον σηκώσουμε. Κερδίσαμε τη μάχη».

Ύστερα φόρεσε το καπέλο του και βγήκε από το δωμάτιο, σηκώνοντας τη μεγάλη μαύρη του βαλίτσα. Η μητέρα και ο πατέρας τον ακολούθησαν. Σε λίγο γύρισαν χωρίς αυτόν.

«Σαράντα μέρες δεμένος στο κρεβάτι και πώς τις άντεξες, γιε μου» είπε η μητέρα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

Ο Όμηρος ένιωσε να τον κυριεύει ένα δυνατό συναίσθημα φόβου, αλλά και οίκτου. Τα δάκρυα ανέβαιναν ορμητικά στα μάτια του. Η μητέρα του το πρόσεξε και, σκουπίζοντας τα μάτια της με το χέρι, άρχισε να χαμογελά.

Μια από τις γυναίκες που βρίσκονταν στο δωμάτιο κοίταξε αυστηρά τη μητέρα και της είπε:

«Να συγκρατείς τον εαυτό σου, δεν πρέπει να κλαις μπροστά του».

Η μητέρα κούνησε το κεφάλι μ’ ένα αίσθημα ενοχής.

Της λέει να μην κλαίει μπροστά μου και νομίζει πως δεν καταλαβαίνω, σκεφτόταν ο Όμηρος. Και ξαφνικά ρώτησε:

«Γιατί κλαις, μητέρα;»

«Δεν κλαίω, γιε μου, έτσι μου ήρθε, άλλη φορά δεν θα το ξανακάνω» απολογήθηκε η μάνα.

Ο πατέρας, που καθόταν δίπλα στον παππού, χαμογελούσε, ωστόσο τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. Μόνο το πρόσωπό του είχε μια καθάρια και γλυκιά έκφραση, όπως πάντα.

Στο δωμάτιο μπήκε μια μαυροφορεμένη γριά, που είχε το κεφάλι της τυλιγμένο σε μια μαύρη μαντίλα και είπε:

«Έξω στον δρόμο περνούν κάτι γύφτοι. Δώστε τους τα ρούχα που ετοιμάσατε. Το κακό έφυγε από το σπίτι, δώστε τα να φύγουν κι αυτά. Αχρείαστα να ’ναι».

Μια φορεσιά κάτασπρα ρούχα, ραμμένα στα μέτρα του Ομήρου, αλλά που δεν τα είχε φορέσει ποτέ του, καθαρά και σιδερωμένα, ήταν απλωμένα σ’ ένα πανέρι στη γωνιά του δωματίου. Η μητέρα τα τύλιξε βιαστικά, τα πήρε και βγήκε. Όλοι την κοίταζαν σιωπηλοί. Αυτό προκάλεσε ένα παράξενο, δυσάρεστο συναίσθημα στον Όμηρο, που δεν καταλάβαινε τι ακριβώς συνέβαινε, τι ήταν αυτά τα ρούχα και γιατί έπρεπε να τα δώσουν στους γύφτους. Ένιωσε το στήθος του να γεμίζει με κάτι πολύ πικρό και βαρύ. Ήθελε να κλάψει, όμως κρατήθηκε.

Σε λίγο μπήκαν ένας άντρας και μια γυναίκα ντυμένοι στα μαύρα. Ο άντρας ήταν αξύριστος και το πρόσωπό του χανότανε μέσα στα γκρίζα, ακατάστατα γένια του. Η γυναίκα είχε το κεφάλι της σκεπασμένο με μια μαύρη μαντίλα που άφηνε να φαίνονται μονάχα τα μάτια, η μύτη και το στόμα της.

«Ο Θεός που βοήθησε και πέρασε το κακό» είπε ο άντρας.

«Περαστικά του» μουρμούρισε και η γυναίκα και πνίγηκε στο κλάμα.

Ο πατέρας σηκώθηκε και τους έδωσε καρέκλες να καθίσουν.

«Ο Θεός που βοήθησε» είπε η γυναίκα «τον γιο μας ήθελε να τον πάρει κοντά του» πρόσθεσε με φωνή λυπημένη και με δάκρυα στα μάτια.

Τότε η άλλη γυναίκα, εκείνη που είχε πει στη μητέρα του Ομήρου να μην κλαίει μπροστά του, είπε σχεδόν θυμωμένα:

«Σταματήστε ή πηγαίνετε στο άλλο δωμάτιο! Δεν κάνει… μπροστά στο παιδί!»

Το φως έφευγε σιγά σιγά. Στη θέση των χρυσών ακτίνων του ήλιου έπεφτε μια σκιά που πύκνωνε ολοένα και μεγάλωνε, ώσπου το δωμάτιο σκοτείνιασε εντελώς. Ο κόσμος έφυγε.

Τότε ο παππούς έσπρωξε την καρέκλα του κοντά στο κρεβάτι του Ομήρου. Το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο, τ’ άσπρα του μαλλιά ήταν μαλακά σαν πούπουλα και ο ελαφρύς αγέρας που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο τα ανέμιζε δεξιά κι αριστερά, δυο σπίθες φωτιάς φώλιαζαν μέσα στα μάτια του, η φωνή του ήταν σαν το φύσημα δροσερού αγέρα.

Θυμάσαι, Όμηρε…

Πιάνω φορώ τη σκούφια μου,

την τράντα μασουρένη

που έχει τράντα μάσουρους

και τράντα μασουράκια…

Η φωνή του παππού ήταν γλυκιά σαν τραγούδι.