Ένας διανοούμενος πενηντάρης που μοιάζει με τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο ζει ολομόναχος σε ένα σπίτι που έχει μόνο βιβλία και διάφορα άλλα ύποπτα πράγματα. Αλλά φοβάται πολύ ότι, εάν πεθάνει πριν την ώρα του –γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε ακριβώς–, κανένας δεν θα τον ψάξει.
Και καθώς είναι και ολίγον τι σαλός, η λύση που βρίσκει είναι να βγάλει την πόρτα του σπιτιού του και να την πετάξει στα σκουπίδια· γιατί, όπως και να το κάνουμε, εάν πεθάνει πριν την ώρα του, η οσμή που θα βγαίνει από αυτό το ορθάνοιχτο σπίτι θα γίνει πιο γρήγορα αντιληπτή. Και μετά, κάθεται και περιμένει. Περιμένει όχι τον Γκοντό, αλλά να δει πόσοι και τι σόι κλέφτες άραγε θα τολμήσουν να μπουν σε αυτό το σπίτι Without the Door.
Και ναι, επιτέλους, μια μέρα κάποιος εισβάλλει. Αλλά δεν είναι ακριβώς κλέφτης. Και τότε αρχίζει κάτι πολύ παράξενο. Κάτι που μακάρι να ξέραμε να πούμε με βεβαιότητα εάν καταλήγει σε φάρσα ή σε τραγωδία.