[…] Κι οι νύχτες, άδειες πατημασιές, που με δυσπιστία παραμερίζουν τα μελανθή μιας δίγλωσσης άνοιξης κι οι μέρες ήλιος ανήμπορος τυλιγμένες μ’ ένα δειλινό που ντύνεται πάντα με τα ξέφτια της νύχτας.
Πρόκειται για την όγδοη ποιητική συλλογή του δημιουργού, η οποία επιβεβαιώνει την ωριμότητά του. Ο κ. Μπερούκας δεν αρκείται στην περιγραφή συναισθημάτων, αλλά αναζητά την ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας, καθιστώντας τον αναγνώστη κοινωνό μιας επώδυνης, αλλά λυτρωτικής πορείας προς την αυτογνωσία.
>>>
Ο ποιητής παρατηρεί την πτώση της ύπαρξης και την περιγράφει χωρίς περιττές ωραιοποιήσεις. Άδειο τοπίο η ζωή, σημειώνει, μια απολιθωμένη ομορφιά που πεθαίνει, τη χαρακτηρίζει, για να δικαιολογήσει έπειτα και τη δική του ερειπωμένη ζωή, την άκρως μοναχική, τη μονότονη, την άδεια, την πέρα ως πέρα θλιβερή, που προκάλεσε μέσα του, αν και πρόωρα, τον ψυχικό του θάνατο. Δεν ήταν πάντοτε έτσι η συνθήκη, φροντίζει να δικαιολογηθεί. >>>
Είναι σκληρή και επικίνδυνη δουλειά. Θέλει προσοχή, μην φθάσεις πολύ μακριά, να επιστρέψεις. Να βρεις τα τραγούδια, σημαίνει να δέσεις καλά τους στίχους με το αίσθημα. Μια λιτή, όμως φλεγόμενη πεποίθηση επιμένει εντός σου. Και έτσι όπως βυθίζεσαι στα υπόγεια της μνήμης, έρχονται και σε βρίσκουν αγάπες παλιές, ήχοι λαρυγγικοί της πρώτης νιότης. >>>