«Κλείνω τα μάτια μες στο σκοτάδι και περιμένω κάθε στιγμή το θάνατο. Κι όμως ακούω ακόμα την αναπνοή μου, αγγίζω το σώμα μου κι είν’ ακόμα ζωντανό… Τα γένια μου έχουν μεγαλώσει, το στόμα μου ξεράθηκε κι η φωνή μου πνίγηκε μέσα στον βάλτο της ψυχής μου, είμαι ένα πουλί που χάθηκε μες στα γκρίζα σύννεφα κι είμαι τόσο μόνος μες στο απέραντο σκοτεινό σύμπαν, όπου χάθηκε το φως κι έμεινε μόνο η σειρήνα του συναγερμού να διαπερνάει το κορμί μου, που σκιρτάει στον φοβερό της ήχο σαν να τρίζουν οι πόρτες της κόλασης. Στείλε Θεέ μου λίγον ύπνο να μου κλείσει τα μάτια κι αν σου έχει απομείνει λίγος οίκτος για μας, στείλε μου κι ένα όμορφο όνειρο, πως τάχατες τριγυρνάω ακόμα με τα παιδιά μου στην πόλη, είναι καλοκαίρι και τρώμε μαζί παγωτό. Ένα όμορφο όνειρο, Θεέ μου, μόνο αυτό σου ζητώ», παρακάλεσε με δάκρυα στα μάτια ο γέρος που ήταν ξαπλωμένος σε μια κουβέρτα στη γωνιά κι είχε χάσει τη γυναίκα και τα παιδιά του απ’ την πρώτη κιόλας μέρα των βομβαρδισμών.