Το βράδυ εκείνο ο γέροντας δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα του. Πήρε τη θέση του πλάι στο παραγώνι της εξώπορτας κάτω από τις κληματαριές που `πλεκαν τα φύλλα τους ψηλά, θαρρείς ίσαμε το φεγγάρι το πλανοφόρο που του παράστεκε στις ώρες της σιωπής.
Σ` αυτές τις ώρες της περισυλλογής, ο γενειοφόρος γέροντας με το ρασοφόρι έμοιαζε με τους καλόγερους των μοναχικών ταγμάτων των Τραπιστών, που τη ζωή τους κάρφωναν πίσω απ` ωκεανούς σιωπής. Στύλωνε τα μάτια του στο κενό κι έλεγες πως μ` αυτό επικοινωνεί και συνδιαλέγεται και πως φεύγει πίσω από τη θεατή πλευρά του κόσμου, εκεί όπου χάνονται τα ιστιοφόρα σαν τα καταπίνει ο ορίζοντας.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]