Το καλοκαίρι του ’32 τα κτήματά μας τα είχαμε χάσει οριστικά. Ξένοι πια τα καλλιεργούσανε. Είχε γίνει αδικία. Τον πατέρα μου τον βάλανε και υπέγραψε συναλλαγματικές λέγοντάς του πως υπέγραφε σαν μάρτυρας σε κάτι τάχα συμφωνητικά. Δεν έβλεπε, είχε χάσει το φως του στην Αμερική. Η φτώχεια μας θέριεψε. Και κοντά στ’ άλλα κακά η γκρίνια της μάνας με τον πατέρα, που με συμβουλεύανε ν’ αφήσω το σκολειό. «Που θα πας παιδί μου;» έλεγε ο πατέρας μου. «Τα γράμματα θέλουνε περιουσίες να ξοδέψεις κι εμείς δεν έχουμε ούτε ένα γάιδαρο να πηγαίνουμε στο μύλο τ’ άλεσμα».
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]