`...Με την ευκαιρία, φίλε μου, θα λανσάρω ένα νέο είδος περιφρόνησης του κινδύνου, που ενέχουν οι ακροβασίες μέσα σε παμπάλαια και ετοιμόρροπα κτίσματα. Δυστυχώς πρέπει να ομολογήσω πως το δικό μου κτίσμα δε στερείται καμία από τις δύο αυτές αξιοσέβαστες ιδιότητες. Δε σου το εκθειάζω όμως περίπου έτσι, ούτε για να σε πείσω να με συντροφεύσεις σ’ αυτή την αναγνώριση του εδάφους, ούτε, ιδίως στην αντίθετη περίπτωση, για να σε κρατήσω μακριά από τη δόξα του εγχειρήματός μου. Μπορείς αν προτιμάς να παραμείνεις εξίσου σημαντικός και σαν μάρτυράς του· παρακολουθώντας τις ενδιάμεσες φάσεις του, ασφαλής και γι’ αυτό νηφάλιος, από το στέρεο δάπεδο όπου πατάμε αυτή τη στιγμή. Φαντάζομαι από τώρα το βλέμμα σου να διατρέχει τη ροζιασμένη οροφή, καθώς θα αφουγκράζεσαι τους ήχους των διστακτικών βηματισμών μου, προκειμένου να υπολογίσεις την πρόοδο της πορείας μου. Αφού λοιπόν αλωνίσω όλο τον όροφο, θα με ιδείς και πάλι να κατεβαίνω τη στενάζουσα κάτω από το βάρος μου σκάλα. Το κατέβασμα των είκοσι δύο μόλις βαθμίδων της, που όλη η δολιότητά τους κρύβεται στο μεγάλο φάρδος τους, θα με φέρει και πάλι κοντά σου.
Οπωσδήποτε θα είναι η πρώτη ίσως φορά, που ένας άνθρωπος θα σπεύδει στο σημείο του ραντεβού του, με μια βραδύτητα ασυμβίβαστη με την αδημονία του. Γιατί πραγματικά αδημονώ προκαταβολικά για τη στιγμή, που, αντί ενός επάθλου, θα δεχθώ τη μάλλον απρόθυμη παραδοχή σου για τους αστήριχτους φόβους σου`.
Περισσότερο για να επαληθεύσω κάποιες υποψίες μου, δέχτηκα το ραντεβού του για την πραγματικότητα του τολμήματός του, το απόγευμα της επόμενης. Κι ανυποψίαστα, όπως συμβαίνει πάντα, την ίδια στιγμή η μοίρα έκλεινε το δικό της ραντεβού με τον καθένα μας χωριστά...
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]