Εκείνο το καλοκαίρι τον κυριάρχησε το πάθος της φωτογραφίας. Φωτογράφιζε σπίτια, δρόμους, κινήσεις.
Μέσα από το μικρό σκοτεινό θάλαμο αποκάλυψε στον εαυτό του τις μεταμορφώσεις.
Παρατήρησε, στην αρχή, με κάποια ταραχή, ύστερα με κάποια έλξη προς το νοσηρό και υπερβατικό, πως καθώς επιχειρούσε ν` απομονώσει από το σύνολο μια γυναικεία παρουσία, εκείνη έπαιρνε το σχήμα φάρου ή δέντρου.
Έτσι η προσωπική του περιπέτεια άρχισε να διαγράφεται στο αρνητικό της φωτογραφίας εκεί που όλα είναι θαμπά και ακαθόριστα.
Όσο περνούσε ο χρόνος η επιθυμία του να ακινητοποιήσει ένα γυναικείο πρόσωπο στο φακό πήρε τη μορφή του πάθους και της ενοχής.
Άρχισε να συχνάζει σε σκοτεινά μέρη κρύβοντας τη φωτογραφική μηχανή με επιμέλεια.
Το καλοκαίρι έφευγε και οι βροχές έφθαναν απειλητικές. Κλείστηκε στο σπίτι του.
Έξω από το σοκάκι η ανταύγεια της διαδρομής του Σεπτέμβρη ανέβαινε σαν ομίχλη πάνω στις στέγες, έφθανε ως αυτόν μέσα στο μικρό δωμάτιο και τον σκέπαζε.
Ήξερε πως δεν μπορούσε ν` αποφύγει το σύνδρομο του φθινοπώρου. Τρύπωνε κάτω από την ελαφράδα εκείνης της ομίχλης, όπου καμιά φωνή, κανένας θόρυβος δεν μπορούσε να περάσει. [...]