Ένας ηλιοκαμένος παππούλης, με τις χαρακιές του χρόνου να παρασημοφορούν το μέτωπο του, έπαιζε με μαεστρία μια μεταλλική φυσαρμόνικα μουρμουρίζοντας μέσα στην ησυχία της μαγιάτικης νύχτας κάποιο παράπονο του. Λευκά γένια και μαλλιά, σαν τα χιόνια όλων των χειμώνων της ζωής του, στεφάνωναν το πρόσωπο του και απ την τσέπη του σκούρου πουκάμισού του, που ήταν ραμμένη στο μέρος της καρδιάς του, αναδυόταν ευωδιά κρίνου. Κάθισα στο πεζούλι πλάι του ψάχνοντας στις τσέπες μου κάτι για να ενισχύσω το ψάθινο καπέλο του, που ανάποδα τοποθετημένο καταγής μιλούσε με τον δικό του τρόπο. `Παίζω για τη χαρά σου, παλικάρι!`, είπε, ξεκολλώντας απ` τα χείλη τη φυσαρμόνικά του. `Παίξε για τη Χαρά μου!`, ψιθύρισα με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν κι ένιωσα να γεφυρώνεται το χάσμα του μισού τουλάχιστον αιώνα που μας χώριζε. Είδα τα μάτια του να λάμπουν. Έκανα να προχωρήσω κι άπλωσε το χέρι του ακουμπώντας με απαλά στον ώμο. `Σ` ευχαριστώ, παλικάρι!` `Να `σαι καλά, παππούλη!` `Ανέστης`, μου συστήθηκε, δείχνοντας με το δάχτυλο το στήθος του. `Ιορδάνης`, του απάντησα. `Ο Θεός μαζί σου, παιδί μου! Κάνε έναν άνθρωπο ευτυχισμένο.. .` Ο ήχος της μεταλλικής φυσαρμόνικας και η βαθιά φωνή του μπαρμπα-Ανέστη θα συνοδεύουν για πάντα τον Ιορδάνη. . .
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]