`Από μικρός ήθελε να πιάσει στην παλάμη του την πρώτη σταγόνα μιας φθινοπωρινής βροχής όπως έπιανε την άνοιξη, την πρώτη πεταλούδα.
Δεν τα κατάφερνε γιατί πάντα οι πρώτες λιγοστές και χωριστές μεγάλες σταγόνες, γίνονταν αμέσως βρόχινα νήματα και δεν ξεχώριζαν. Έτσι, ερχόταν κι έφευγε το φθινόπωρο αφήνοντας του μίαν απογοήτευση, όχι όμως και παραίτηση...
Ένα σούρουπο, νεογέννητου φθινοπώρου, που ξαφνικά συννέφιασε και το χώμα με τη μυρουδιά του ίμερου προκαλούσε τη βροχή, άπλωσε την παλάμη του και τότε, ίσχυσε ο νόμος της απρόσμενης πορείας που η άγνοια, την λέει `πιθανότητα`.
Ακούστηκε το `πυρ` μιας αστραπής κι οι πρώτες βολίδες, χοντρές σταγόνες έπεφταν και συγκλόνιζαν της γης τη σάρκα... Η πιο πρώτη, απ` τις πρώτες, έπεσε στην ανοιχτή παλάμη του που έκλεισε αυτόματα...`
Τρυφερός, νοσταλγικός, αλληγορικός, μα πάνω απ` όλα στοχαστικός, ο Αγησίλαος Παπαδόπουλος μας μεταδίδει την έντονα φιλοσοφική του διάθεση που κορυφώνεται στον βαθύτατα υπαρξιακό Καμπανάρο Ίσκιο του.
Με μιαν αφηγηματική γραφή `παλιομοδίτικη`, που θέλει να πατάει σε αυτό που υπήρξε η λογοτεχνική μας παράδοση, διεκδικεί με τον μικρό αυτό τόμο να αιχμαλωτίσει τον χρόνο μας, όπως ο ήρωας του που αγωνιζόταν να κρατήσει στην χούφτα του την πρώτη φθινοπωρινή σταγόνα βροχής.
[Απόσπασμα από κείμενο παρουσίασης εκδότη ή έκδοσης]