Έκλεισε το ραδιόφωνο και άνοιξε το παράθυρο για να μπουν στο δωμάτιο οι νυχτερινές ώρες και να του κάνουν παρέα. Το φεγγάρι έφεγγε τα σπίτια μ` ένα περίεργο φως που έφτιαχνε σκιές όλων των μεγεθών κι όλων των δυνατοτήτων. Τα άσπρα σπίτια έφεγγαν από μέσα όλο τον ασβέστη τους που κρύωνε κι έβγαζε ένα άλλο φως. Το χωριό ήταν πολύ ήσυχο και τα καφενεία είχαν κλείσει. Οι ώρες της νύχτας ήταν πάντα αδιάκριτες και με όλη τη δικαιολογία που τους έδινε το σκοτάδι παραβίαζαν το σώμα του άνδρα που έστεκε σιωπηλός μπροστά στο παράθυρο και το έσερναν σε άλλες μουσικές και άλλες διακλαδώσεις του σύμπαντος όπου ένα ταγκό του Astor Piazzolla στριφογύριζε δυο βότσαλα σε μια άδεια παραλία. (. . .)
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]