Μεσαίωνας στο 2000; Αλλά και τότε στους παρακατιανούς. Όπου η γκαντεμιά, η φτώχεια, το όνειρο ανύπαρχτο ούτε σαν όνειρο στον ύπνο, μοναχά το μίσος, η εκδίκηση. Και μίλαγαν για μάγισσες, τις καίγαν στην πυρά, το θύμα πάντα η γυναίκα, η κακάσχημη, η εγκαταλειμμένη, η δούλα, η πουτάνα, του κλότσου το σκουπίδι που ζήταγε να εκδικηθεί τον άντρα, το δυνάστη του κορμιού και της ψυχής της κι όπου δεν είχε άλλη επιλογή για να σωθεί, να επιζήσει, εκτός απ` τις πανάρχαιες συνταγές, τις σολομωνικές, τα ξόρκια και το μίσος, έτσι θα τον κατάφερνε τον άπιστο που της ποδοπατούσε τη ζωή, της ρούφαγε σαν τον Βρικόλακα το αίμα, με κομποδέματα και με ξαστρίσματα, έτσι το φθόνο της θα ξεγελούσε, κι ας ήξερε το πεπρωμένο της, το τραγικό της τέλος. Όλα θα τα κατάτρωγε η φωτιά, θα τα κουκούλωνε η στάχτη κι αισθήματα θανάσιμα και φευγαλέα όνειρα που είχανε τα ξόρκια πλάσει, μονάχα μια στιγμή θα κρατάγανε, την ώρα που η τσικνισμένη σάρκα κι η ψυχή θα ξέπνεαν και θα γινόντανε κατάρα και ανάθεμα εις τους αιώνες!...
Τώρα, γιατί όλα τούτα; Όπου το άντερο ελίγδωσε και σάπιζαν οι χωματερές, θ` αναρωτιότανε ο τύπος, αν προβληματιζότανε, βεβαίως. Γιατί που να του πάει στο μυαλό πως το συναίσθημα το όποιο δεν είναι του `εγώ` του δικαίωμα μονάχα κι ας φωνασκεί πως ο αιώνας του γυναικοκρατείται. Δεν είναι δυνατό να φανταστεί ότι του σήμερα η γυναίκα που πριν να γεννηθεί έχει διακορευτεί, θα κουβαλάει ακόμη μέσα της εκείνη του Μεσαίωνα!...
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]