Δεν ξέρω τι πέτυχα, αν πέτυχα, γράφοντας για τους προγραμμένους της αμέσως μπροστά από μένα «σειράς», όχι γενιάς, εκείνους που βγαίναν απ` το δημοτικό σχολείο, όταν εγώ έμπαινα σ` αυτό. Και δεν ήταν μόνο αυτοί. Πολλοί συνομήλικοί μου, ακόμη και κάποιοι νεώτεροι από μένα, εγκλωβίστηκαν στη δίνη επειδή δεν είχαν άλλη επιλογή, ή επειδή πίστευαν πολύ σ` αυτό που έκαναν. Όλους τους διατηρώ στη μνήμη μου με πολλή αγάπη, σχεδόν με δέος και αρκετή ενοχή, γιατί δεν είχα τη δύναμη ή δεν βρέθηκα στη δική τους απόγνωση, για να περπατήσω στα χνάρια τους. Κι όσο τα χρόνια περνούν και βλέπω να γιγαντώνεται η αλλοτρίωση των ανθρώπων, λέω πως «δωρήθηκα με μια γέννηση» ανάμεσα στην ευγενικότερη γενιά που άνδρωσε ο τόπος μας. Η πλευρά των συμπαθειών μου είναι σαφής. Δεν άφησα όμως την προκατάληψη να σκιάσει την οπτική μου. Ό,τι έγραψα το `γραψα με την μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια και σεβασμό στα γεγονότα. Αν κάπου έσφαλα, ήταν πως κάποτε το συναίσθημα με προσπερνούσε. Ας κατηγορηθώ γι` αυτό.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]