Όταν έπαθα πονόκοιλο, που δεν περνούσε με τα γιατροσόφια, η μαμά με πήγε στον οικογενειακό γιατρό μας. Κύριλλο τον λέγανε. Καθισμένα στην αίθουσα αναμονής έξι άτομα. Τρεις κυρίες. Οι δυο με τα` αγοράκια τους, η Τρίτη με την κορούλα της. Ο γιατρός, παιδίατρος, είχε ήδη μέσα ασθενή. Πολύ αργός, και κατά τη γνώμη μου λίγο μπούφος, δεν θα τελείωνε πολύ γρήγορα. Για να περάσει η ώρα οι τέσσερις κυρίες αρχίσανε τη φλυαρία. Εγώ για ν` αποφύγω τους επιθετικούς μορφασμούς που μ` έκανε ένα από τα παιδιά θέλησα να ξεφυλλίσω κανένα περιοδικό. Όλα του περασμένου χρόνου και με πολλά δαχτυλικά αποτυπώματα. Δηλαδή ό,τι έπρεπε για ν` αρπάξεις καμιά χολέρα. (. . .)
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]