`Ξέρεις, νομίζω ότι προσπάθησα με πάθος να γίνω τόσα... καλή αδερφή, σωστή κόρη, αληθινή φίλη, άριστη μαθήτρια, δίκαιη, με αυτογνωσία... Τόσα εκτός από ένα: να γίνω ευτυχισμένη για τον εαυτό μου, χωρίς πρέπει και όρια, έτσι, ελεύθερα`. (Θεοδώρα)
`Αν ένα βιβλίο, όπως έχει ειπωθεί, είναι `ένα σφυρί που θρυμματίζει την παγωμένη μέσα μας θάλασσα`, η μαρτυρία της Θεοδώρας Πουλή γύρω από τον ξενιστή της είναι ένα κατ` εξοχήν βιβλίο. Μας ξεβολεύει, μας προκαλεί αμηχανία, φόβο, απορία.
Αυτό θέλει όμως και η συγγραφέας, να μας ξεβολέψει, να αναστατώσει τις ετοιμοπαράδοτες αντιλήψεις που έχουμε για την ανορεξία. Το στερεότυπο είναι μια ανέξοδη, συρρικνωμένη, παραπλανητική γνώση. Ένας τρόπος να βάζουμε τάξη στο χάος γρήγορα, ανώδυνα, `υγιεινά`. Η Θεοδώρα επιδιώκει να καταρρίψει το κυρίαρχο στερεότυπο που θέλει τις ανορεξικές, όπως χαρακτηριστικά η ίδια τις λέει, `ναρκισσιστικά πλάσματα, γεμάτα εγωισμό, που δεν νοιάζονται για τίποτα στον κόσμο, που αδιαφορούν για το αν πονά ο άλλος, αρκεί να μην πονούν αυτές, που μπορούν τόσο εύκολα να φάνε και απλά δεν το κάνουν`.
`Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Η αλήθεια, ένα σπάνιο σήμερα αγαθό. Κι αν είναι αλήθεια ότι ο πόνος και η αρρώστια μας κάνουν πιο αληθινούς, η Θεοδώρα ζει με όλο της το είναι την εμπειρία μιας οδυνηρής αληθινότητας`.
[Απόσπασμα από το κείμενο του προλόγου]