Η καταιγίδα δεν άργησε να ξεσπάσει καταβρέχοντας την νεαρή κοπέλα που είχε μόλις γονατίσει υποκλινόμενη σε όλες τις δυνάμεις της φύσης που λυσσομανούσαν πάνω στο δανεικό κορμί της. Κουρνιασμένη στα όρια της ξηράς και της θάλασσας, με το κύμα να πεθαίνει χτυπώντας πάνω στο σώμα της, στεκόταν καλύπτοντας μόνο με τα χέρια της το βρεγμένο της πρόσωπο, από το οποίο είχε πλέον ξεπλυθεί και το παραμικρό ίχνος από αίμα. Και ΑΥΤΟΣ δημιούργημα της φύσης ήταν. Αλλά καταραμένο. . . .Έτεινε τα χέρια προς τον ουρανό, με την γαλήνη των νεκρών να την τυλίγει και την δίνη των θυμωμένων ψυχών να την συνεπαίρνει. (. . .)
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]