VI
Γιγάντιο χέρι βγαίνοντας από βαθιά χαράδρα
Γιγάντιο τριαντάφυλλο που προσπαθεί ν` αδράξει
Γιγάντια δέντρα ολόγυμνα που θρόιζαν κοιτάζοντας
Έχοντας μάτια για κλαριά, ρίζες στριφτές για πόδια
Κι ολόγυρα μες στη σκιά χείλια που περιμένουν
Απ` την αντίθετη μεριά πόδι γιγάντιο γκρέμιζε
Του ποιητή του δημιουργού το εξοχικό καλύβι
Το πόδι ο άπληστος καιρός που τονέ κατατρέχει
Το χέρι, το τριαντάφυλλο, σύμβολα της ελπίδας
Το δέντρα είναι οι πόθοι του που` χαν για ρίζες το αίσθημα
Κι ολόγυρα μες στη σκιά τα χείλια ήταν αιδοία.
(από το ποίημα "Στο φυσικό τους μέγεθος, I-IX")